23 Απριλίου 2017

Γραφή & Ελπίδα







- Γιατί γράφεις;
- Για να ξεσκάω.
- Θα μπορούσες να πας μια βόλτα.
- Δεν είναι το ίδιο. Θα μπορούσα να πάω μια βόλτα για να σκεφτώ, ή για να εκτονωθώ, ή για να δω.
- Και με τη γραφή βλέπεις.
- Ακριβώς, γράφουμε για να δούμε το περιεχόμενό μας, εμείς οι άνθρωποι, πάσχουμε από το σύνδρομο της ελευθερίας. Αυτό σου παρουσιάζεται με τον εξής τρόπο: να βάζεις στην αισθαντικότητα λέξεις, να την κάνεις γνωστή αισθαντικότητα. Ζητά το ίδιο το μυαλό σου να την καταλάβει, θέλεις να ξέρεις, με απελπισία κι απόγνωση πολλές φορές τί νιώθεις, κι αυτό, φτάνει ως τη λεπτομέρεια και την ξεπερνά, με τον καιρό γίνεται χρώμα. 
 Αν δεν γράφεις ο ίδιος ταυτίζεσαι μ' έναν που γράφει και λες: νά, αυτό που γράφει αυτός μού ταιριάζει, αυτό νοιώθω, κι έτσι καταλαβαίνεις και βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα σ' ένα αισθαντικό χάος που μας ζώνει και μας περιλούζει. Γιατί οι άνθρωποι ταυτιζόμαστε πάντα στο σημείο της αλήθειας κι η αλήθεια μας αφορά όλους. Κι η γραφή φτάνει ως την αλήθεια, κι ο λόγος φτάνει, αλλά αν χρειάζεται να σκάψεις λιγάκι να βρεις την αλήθεια... τότε γράφεις. Η γραφή σε ξεθάβει.

- Που τελειώνει αυτό;
- Πουθενά, ξεκινάς να γράφεις και συνεχίζεις να γράφεις. Το κάνεις πάντα για σένα ή για ένα άλλο άτομο. Όταν γράφεις για ένα άτομο γράφεις για όλους. Αντίθετα, όταν γράφεις για πολλούς... μπορεί να μην περιλαμβάνεις κανέναν, γιατί στο βάθος, στον πυρήνα τους, όλοι οι άνθρωποι είναι ένα, ένας άνθρωπος.
  
 Στη γραφή όμως συμβαίνουν περίεργα πράγματα που χαλούν τη μαγιά. Αρχίζεις να σκέφτεσαι αυτά που γράφεις και εκεί το έχασες. Γιατί με τη γραφή αποσκοπείς σε μια σχέση με τους ανθρώπους, και κάθε είδους σχέση, αν αρχίσεις να τη σκέφτεσαι, τη χάνεις. Πάρε παράδειγμα την πρώτη σχέση με το θεό, αν αρχίσεις κι αυτή να τη σκέφτεσαι τη χάνεις. Αν θέλεις να γίνεις άθεος άρχισε να σκέφτεσαι λογικά κι η σχέση σου με το θεό θα εξατμιστεί. Μπορείς να το πετύχεις και γυρεύοντας αποδείξεις, δεν θα τις βρεις ποτέ.
  
 Οι άνθρωποι λοιπόν, καθώς γράφουν προχωρούν κοντά στον εαυτό τους, κατά βάθος γι’ αυτό το κάνουν επειδή αυτή είναι η εξέλιξή τους. Όμως καθώς προχωρούν κοντά στον εαυτό τους...μοιραία πάνε κοντά σε όλους κι απ’ αυτό το πλησίασμα προκύπτουν πολλά προβλήματα. Γιατί οι άνθρωποι, στο βάθος θέλουν να πλησιαστούν, τόσο το θέλουν, που αν μπορούσαν θα εξατμίζονταν, επειδή πονούν για μια διαφάνεια. Θέλουν να φτάσουν πίσω απ’ τη σάρκα του άλλου, θέλουν να κοιτάξουν μέσα του και δεν έχουν άλλο τρόπο να δουν μέσα τους. Και τη γραφή τους τη χαλάει, το ίδιο εκείνο στοιχείο που χαλάει και τις σχέσεις τους. 

 Δηλαδή έχουν προκαθορισμένα μοτίβα για το πως ΠΡΈΠΕΙ να είναι οι σχέσεις. ΠΡΈΠΕΙ να είναι έτσι, ΠΡΈΠΕΙ να είναι αλλιώς. ΠΡΈΠΕΙ ν’ αρέσουμε. Όμως με το ΠΡΈΠΕΙ και το ζόρι δεν γίνεται ν’ αρέσουμε. Μπορούμε ν’ αρέσουμε ΜΌΝΟ άθελά μας. Αν το θελήσουμε το χάσαμε. 
 Από τη στιγμή που θα θελήσεις ν’ αρέσεις πέρασε η κατάσταση στη σκέψη. Αν περάσει στη σκέψη τελείωσε, χάθηκε το παιγνίδι. Η γραφή είναι καρδιά με καρδιά, κάτι τέτοιο συγκλονίζει το μυαλό. Αν θέλεις να γράψεις από σκέψη σε σκέψη, καλύτερα να σκεφτείς να πας να δουλέψεις σε τράπεζα.

- Θέλεις να πεις, πως δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τί θα πουν οι άλλοι; αυτό είναι ντεμοντέ να το λες.

- Όχι, δεν λέω κάτι τέτοιο, τους άλλους φυσικά και πρέπει να τους σκεφτόμαστε, όμως στα πλαίσια μιας καλαισθησίας και μιας ευγένειας, να μην είμαστε μοσχάρια και ταύροι με κέρατα, όχι όμως η σκέψη των άλλων να μας αλλοιώνει. Οι άλλοι θέλουν κι αυτοί να βρουν τον εαυτό τους, αν τον χάνεις εσύ πρώτος μέσα στη γραφή σου για χάρη των άλλων... δεν πρόκειται να τον βρουν ποτέ. Αν δεν βρουν εσένα μέσα στη γραφή σου ούτε τον εαυτό τους βρίσκουν.

- Η θλιμμένη γραφή είναι πιο αληθινή.
- Όχι, δεν είναι, απλώς υπάρχει πολύς κόσμος θλιμμένος.

- Πότε μπορείς ν' ασχοληθείς πλατύτερα κι ευρύτερα με τη γραφή;
- Μπορείς να το κάνεις αν το νιώθεις, δεν θα στο πούνε οι άλλοι. Αν στο πούνε οι άλλοι σε ξεγέλασαν. Στη γραφή είσαι ο διοικητής, ο αυτοκράτορας. Πού ακούστηκε ο αυτοκράτορας να περιμένει να του πούνε οι άλλοι τι θα κάνει; Αυτά είναι αστεία πράγματα, θα γράψεις και θα τελειοποιήσεις τη γραφή σου απολύτως μόνος. Μη ξεχνάς, πως ο  Χριστός, και πριν γίνει Χριστός για τους άλλους,  Χριστός ήταν. Και ξέρεις τι είπε; Είπε: Εγώ τον κόσμο τον νίκησα. Παραδειγματίσου λοιπόν, αν δεν νικήσεις τον κόσμο, δεν μπορείς να του κάνεις καλό!

 Για ν’ ασχοληθείς πλατύτερα κι ευρύτερα με τη γραφή, θα πρέπει να φτάσεις να έχεις μια σύλληψη, μια πρωτογενή ιδέα. Αυτή την ιδέα αν την ανοίξεις, εσωκλείνει ένα τεράστιο περιεχόμενο να ξεδιπλώσεις, αν σε απορροφήσει μια τέτοια μόνο ιδέα κι έχεις μια τέτοια σύλληψη… τότε κάντο. Μα όσο έχεις αμφιβολίες σχετικά με τον εαυτό σου κι όσα γράφεις…προτιμότερο είναι να το αποφύγεις. Όμως αν μπορέσεις να δοθείς απόλυτα κι αποφασιστικά σε μια ιδέα και να την κοσμήσεις με το καλύτερο που μπορείς… ε τότε αυτή είναι όλη η ουσία. Κέρδισες πρωτίστως το δικό σου παιγνίδι, έφτασες το σκοπό σου, ολοκληρώθηκες σε σχέση με τη γραφή. Αυτό θα περάσει και στους άλλους· ψυχή με ψυχή πάει και τα βιβλία χέρι με χέρι. Κι οι αμφιβολίες σου είναι αμφιβολίες τους, κι ο δισταγμός σου είναι δισταγμός τους, κι όλα τα δικά σου είναι δικά τους. Μα αν πιστέψεις στο χέρι σου πιστεύουν στο χέρι σου.
  
 Συνέχισε να γράφεις μέχρι να μην σκέφτεσαι αυτά που γράφεις, τότε η σκέψη σου περνά απόλυτα στη γραφή σου. Φτάσε στο υποσυνείδητο. Ξεκίνησες να γράφεις για να φέρεις το υποσυνείδητό σου στην επιφάνεια. Ξεκίνησες να γράψεις για να φτάσεις στην αλήθεια. Φτάσε στην αλήθεια, δεν έχεις άλλο τρόπο να σωθείς. Μη δώσεις σε τίποτα άλλο περισσότερη σημασία απ’ όση του αρμόζει.  Γιατί όσο σκέφτεσαι όσα γράφεις... το υποσυνείδητό σου το σκεπάζεις. Μ' εσένα σκεπασμένο δεν θα σε βρουν ποτέ, μ' εσένα σκεπασμένο ούτε εσύ βλέπεις το περιεχόμενό σου.
  
 Και το παιγνίδι χάθηκε, και η ζωή σου χάθηκε. Και το μπράβο τους, η κολακεία τους, ακόμα κι η επιτυχία, είναι λιγοστά πράγματα να τα σκεφτείς μπροστά στη ζωή σου. Γιατί ό,τι έχεις είσαι εσύ. Ξεκίνα από σένα. Φτιάξε βάση στέρεα.    
 Μπορείς να φτάσεις σε σένα ξεκινώντας απ’ τους άλλους, όμως μπορείς να φτάσεις στους άλλους ξεκινώντας μόνο από σένα.
 Και να σου πω κάτι τελευταίο: ξεκίνησες να γράφεις γιατί ασυνείδητα ποθείς να φτάσεις στην ευτυχία σου. Αυτή μπορεί να είναι εσύ κι ένα κλαδί ελιάς, μη τη φορτώνεις με βάσανα.

Αν θέλεις να γράψεις, κάντο με τη σκέψη πως παράγεις έργο, με αυτή τη σκέψη θα είναι μοναδικό και πρωτότυπο. Αν δεν είναι μοναδικό και πρωτότυπο εσύ απέτυχες ως άνθρωπος. Κι αν αποτύχεις ως άνθρωπος αγαπητέ μου, τα βραβεία δεν σε σώζουν.  

 Γράφε και συνέχιζες να γράφεις μέχρι να φτάσεις στο θησαυρό. Φτάσε στη λάμψη σου, ακόμα κι αν ποτέ δεν σε αναγνωρίσουν... θα ζήσεις στη λάμψη σου. Αυτό είναι που πρέπει να κάνεις και μόνο εσύ για τον εαυτό σου μπορείς να το κάνεις. Κέρδος ανώτερο δεν έχει η γραφή να σου δώσει. 



22 Απριλίου 2017

Μισοτελειωμένος Πίνακας






 Στη γωνιά του δρόμου ένας βιολιστής παίζει το βιολί του
κάτι θέλει να πει
παρακάτω ένας μάγος βγάζει κουνέλια απ’ το καπέλο του
κάτι λέει
διαβάτες βλοσυροί ανάμεσά τους κυκλοφορούν, κάτι λένε
μια γυναίκα ερωτευμένη εδώ και ώρα
έχει σταθεί στις μύτες των ποδιών της απέναντί του
και καθώς το κάνει κυκλοφορεί ορμητική μες στην καρδιά της·
κάτι θέλει να βρει να του πει, πιάνει κι αφήνει διαρκώς λέξεις
στο τέλος υποχωρεί και τον φιλάει·
παίρνει τη δροσιά του φιλιού και ξεχνάει όλα τ’ άλλα
για να μπορέσει να συνεχίσει. Είναι η δέκατη φορά που τον συγχωρεί
κι όλες το έκανε για τον εαυτό της

Ένα παιδί, μέσα στο πλήθος έχασε τη μητέρα του
αισθάνεται το χέρι του μισό
αισθάνεται μόνο κι ο κόσμος γύρω του θολώνει
κλαίει επειδή του λείπει ο οδηγός στη ζωή
το κάνει από όσφρηση, θέλει να τη μυρίσει
παίρνει μια γεύση εγκατάλειψης
του λείπει τρομαχτικά, τόσο που έχει αρχίσει να χάνει τον εαυτό του
χωρίς αυτή δεν ξέρει ποιο είναι - δεν έχει εαυτό·
από τότε οι άνθρωποι θα κλαίνε
κάθε που δεν έχουν εαυτό.
Το καταλαβαίνει μια άλλη μητέρα και τρέχει κοντά του
τη μυρίζει και την αισθάνεται για μητέρα μισή
θέλει να ησυχάσει και μαζί να κλάψει
ο κόσμος γύρω του στριφογυρίζει
μαθαίνει από τώρα πως είναι να χάνεται·
η μητέρα του επιστρέφει - για λίγο του είχε γυρίσει πλάτη
να κοιτάξει στην παραλία ένα δεμένο καράβι που φεύγει·
το παιδί επιστρέφει στον κόσμο του
μετά από μια βόλτα στο άγνωστο
έχοντας αρχίσει να σχηματίζει γι' αυτό γνώμη

Παρακάτω μια έφηβη κοπέλα, μόνη σ’ ένα παγκάκι
κάνει πρόβα ζωής
προσπαθώντας να συλλαβίσει μερικές λέξεις
την ακούω να λέει: μου λείπει, μου λείπεις
και μαντεύω το κενό
που σε όλη τη ζωή της θα προσπαθήσει να καλύψει
θα προσπαθήσει να ταιριάξει τον κόσμο στον κόσμο της
και πάντα κάτι θα της λείπει, μικρό ή μεγάλο
από έναν πίνακα
που οι περισσότεροι άνθρωποι
με το θάνατό τους αφήνουν μισό.

Όλο το άλλο το λένε προσπάθεια. 
Όμως δεν γίνεται να τελειώσει ο πίνακας
αν η προσπάθεια δεν χαθεί. 



 

20 Απριλίου 2017

Η Ανάσα της Θέας









 Του άρεσε μερικές φορές ν' ανεβαίνει μόνος σ' ένα λόφο
από κει κοίταζε τη μεγάλη πόλη
θα μπορούσε σ’ εκείνο το μέρος να είχαν φτιάξει
και το νεκροταφείο της, γιατί ήταν ψηλά και το συνηθίζουν οι άνθρωποι
στα ψηλά να χτίζουν της αναστάσεως την ελπίδα
το βρίσκουν πιο γόνιμο εκεί το έδαφος του θανάτου

  Αυτού, του άρεσε μερικές φορές να παίρνει αυτή την απόσταση
απ’ τα γήινα
χάριζε μαζί και μια αποστασιοποίηση απ’ τα ίδια του τα βάσανα
που πολύ την είχε ανάγκη·
μια ανάγκη να μην είναι μερικές ώρες ο ίδιος
αλλά απλώς να είναι, χωρίς σκοπό, χωρίς μέλημα,
έτσι, όπως τα πουλιά είναι

  Χρωστούσε αρκετά, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και γενικά είχε μπερδέψει τη ζωή του,
όμως εκεί ψηλά, που μερικές ώρες έβρισκε καταφύγιο - στα ψηλά και τα φανερά καταφύγιο - τον καθησύχαζε, γιατί, χωρίς να είναι ο ίδιος έπαιρνε μια εμπειρία θανάτου, αφού τα δικά του πράγματα εκεί δεν τον αφορούσαν

… και ξεκουράζονταν έτσι η καρδιά του απ’ την ίδια του τη ζωή.
Που σκέφτονταν ώρες ώρες - αν ήταν δυνατόν - να τη μεταφέρει όλη σ’ εκείνο το λόφο.

 Αφού παρέμεινε για αρκετή ώρα εκεί και γέμιζε δύναμη... μετά ένιωθε πάλι κάτι να το καλεί ανάμεσα στους ανθρώπους και τη γκρίζα πόλη· έπαιρνε το στρατί και με μουδιασμένη κι αθέλητη καρδιά, κατέβαινε χαμηλά να συνεχίσει τη μάχη, κι εκεί στο λόφο, άφηνε μόνο την ελπίδα του να τον περιμένει

 Οι υποθέσεις του ένα κουβάρι, τον απορροφούσαν πάλι και ξεχνούσε το λόφο. Πίστευε ξανά πως αυτή η μαραζωμένη ήταν η ζωή του που τον είχε πιάσει αιχμάλωτο. Μα όταν άρχιζε να δυσφορεί, ξεγλιστρούσε ξανά απ’ τον εαυτό του κι ανέβαινε σ’ εκείνο το λόφο, κοιτάζοντας κάτω τον εαυτό του, ν' αγωνίζεται να ξεφύγει, απ’ τον ίδιο τον εαυτό του.
 Κι όταν ήταν κάτω, ένιωθε το λόφο να θρηνεί και να κλαίει στην απουσία του και να τον καλεί· χωρίς εκείνο το λόφο κι εκείνη τη θέα να τον περιμένει… δεν θα τα κατάφερνε, μα έσφιγγε τα δόντια του για χάρη ενός λόφου και μιας θέας.

… Και το παράδοξο ήταν, πως στη ζωή της πόλης είχε όλες τις ανέσεις, ενώ εκείνος ο λόφος, όποτε τον καλούσε, τον γύρευε ξυπόλητο.




19 Απριλίου 2017

Αηδόνια στο Κλουβί





Μέσα στο μαύρο τον καιρό
αναζητώ τον ποιητή που μου ταιριάζει
σαν χέρι να πιαστώ.
Το κάνω από ένστικτο, το κάνω από ελπίδα
ένας ποιητής, λέω, θα με βγάλει

Βρίσκω τον Ελύτη - είναι ένας ανοιχτός ουρανός
ακολουθώ
τον έχω αντί αγίου - χωρίς φυλαχτό στο λαιμό
παραδείσου υπόσχεση το κενό
με τη διαφορά πως δεν του τάζω
δεν μου τάζει
κι απ’ την υπόθεση διόλου ο θεός δεν απουσιάζει·
γιατί δεν μου έμεινε φόβος να φοβηθώ
κι έχω πίστη ανεκμετάλλευτη

Γυρίζω το πρόσωπο στην επιστήμη
να ρίξω θεμέλιο ερευνώ
να βρω τι είναι πραγματικό·
η εποχή μου πάει βάρκα γιαλό
και δεν έχω άλλα πόδια πέρα απ’ τα δικά μου να σταθώ

Βρίσκω την ποιήτρια Ντίκινσον
αυτή, λέω, μου κάνει - ανάσα αναζητώ
περιγράφει κρεμαστές πολιτείες με ανθισμένους κήπους
σε μια τέτοια να ζήσω ποθώ·
μια αγωνία αηδονιού όλη κι όλη η υπόθεσή μου

Η εποχή μου είναι ζαλισμένη
ζαλίστηκα κι εγώ
γυρίζει γύρω γύρω
πρέπει μόνος απ’ την εποχή να βγω

Πρέπει να ακολουθήσω το κελάηδημα 
όπου κι αν το βρω 
να φτιάξω ένα δέντρο κρεμαστό 
να επινοήσω την ομορφιά που θα με σώσει
η ελπίδα μου σαν σκυλί ουρανούς οσμίζεται

Πρέπει απ’ την εποχή μου να βγω
η εποχή μου έκλεισε πια
πρέπει να γίνω ο ίδιος
η νέα εποχή που ευαγγελίζομαι
αλλιώς η εποχή θα με καταστρέψει

Πρέπει να σπάσω τον κύκλο της
να βγω απ’ την ασφυξία της·
το παρόν της εποχής μου είναι παλιό.


17 Απριλίου 2017

Ο Κοντός Βασιλιάς







 Ήταν μια παράξενη θολή νύχτα που η Λ. τη θυμόταν σαν όνειρο. Είχε μέσα της έναν αγαπητικό, έναν σύντροφο, που όμως κρατούσε στα χέρια δρεπάνι.
 Παράξενος άνθρωπος, θα έλεγες αγαπούσε απ’ το μίσος του, ή είχε μια αβάσταχτη λατρεία στη γυναίκα που δεν την άντεχε. Στο πρόσωπό της, ένιωθε πολλές φορές, να κατηγορεί όλες τις γυναίκες του κόσμου. Μια εντελώς παράλογη κατάσταση που την είχε εγκλωβίσει. Το είχε κάνει λόγο της αγάπης του που της είχε, αλλά και λόγο του μαστιγίου που είχε στο στόμα του. Έφυγε, μετρημένες δεκατρείς φορές από κοντά του, και μετρημένες δεκατρείς γύρισε πίσω. Όχι για κανένα άλλο λόγο, μα μόνο επειδή η αγάπη που της είχε... έδρευε βαθύτερα απ’ το μαστίγιο που της είχε.
 Φυσικά, αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ανεκδήλωτος άνθρωπος, μια μέρα αυτοκτόνησε, και φρόντισε - αυτή ήταν η μεγαλύτερη παλιανθρωπιά αλλά και εκδίκηση μαζί - να το κάνει με τέτοιο τρόπο, που να της ρίξει το φταίξιμο, την τύψη και την ενοχή.

 Πέρασαν δύο χρόνια από τότε κι ακόμα είχε τύψεις, παρόλο που η λογική της έλεγε το αντίθετο, από την πρώτη κιόλας ώρα. Κάποιοι έλεγαν να ακούς την καρδιά σου, λες και μπορούσες να κάνεις διαφορετικά. Ό,τι καρδιά κι αν είχες την άκουγες. Άλλωστε κι ο Χίτλερ την καρδιά του άκουγε.

 Εκείνο τον καιρό, στην προσπάθειά της να ξεφύγει απ’ τις Ερινύες, είχε γίνει λιγάκι ελαστική κι επιρρεπείς στις ερωτικές προτάσεις. Τέλος πάντων, το κρασί της είχε πάρει αρκετό νερό - η αδυναμία το κάνει, κι η κόλαση το κάνει. Λίγη προσπάθεια από μέρους της κι έβρισκε το συμπαθητικό στοιχείο στους αλλοτινούς αντιπαθείς. Γιατί και με αυτόν που κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα... δεν ήταν Ρόδο αμάραντο. Ένας μεσήλικας τύπος ήταν, ασήμαντος κατά την αλλοτινή κρίση της. Είχε καταφέρει να την αγγίξει βαθιά όμως κι αυτό, λες και άλλαζε την εικόνα του και τον ομόρφαινε στα μάτια της. Παράξενα πράγματα, αλλά το είπα αυτό.

 Μετά, αυτός ο τύπος, ο ήσυχος, έκρυβε μέσα του ένα ηφαίστειο μαζί με τη λάβα του. Πού άγνωστο. Ίσως επειδή το έκρυβε γι’ αυτό ήταν ηφαίστειο.
 Πάντως, στην αγκαλιά του ξέχασε. Κατάφερε αυτός να την πάρει μαζί του, την ταξίδεψε, την έκανε να αισθανθεί, όπως θα λέγαμε, σαν άλλοτε. Κι όχι μόνο την έκανε να αισθανθεί περισσότερο γυναίκα απ’ όσο ποτέ ένιωσε... αλλά την έκανε μαζί και να θυμηθεί. Γιατί γυναίκα ήταν, θηλυκό εις βάθος. Ποιος όμως θα το έβγαζε στην επιφάνεια; Ποιος θα το τραβούσε απ’ τους βυθούς; Ποιος θα το ανέβαζε στα μάτια της; Ένας υπάλληλος. Ένας τύπος με χοντρά μυωπικά γυαλιά, που είχε περάσει τη ζωή του πάνω από έγγραφα και χαρτοφύλακες. Ένας τύπος, που αν τον παρουσίαζες ως ερωτικό σύμβολο στο Χόλιγουντ, θα έκανες παταγώδη αποτυχία. Η συγκυρία όμως, σε συνδυασμό με την ανάγκη της, και του σώματος τη φλόγα που τη δυνάμωνε ο πόθος της ελευθερίας απ’ τον βασανισμό της, που την είχε πιάσει σαν πουλί στη ξόβεργα... λειτούργησε έτσι, που όχι μόνο η ίδια δεν αναγνώριζε μετά τον έρωτά τους τον εαυτό της, αλλά ούτε κι εκείνος, που δεν είχε ποτέ πιστέψει πως είχε τη στόφα του εραστή. Αν και, την είχε, λίγο μερεμέτι του έλειπε.

 Τέλος πάντων και στην περίπτωσή της, ίσχυσε ο νόμος των αντιθέτων. Θέλω να πω, μετά από μια τρικυμιώδη σχέση, είναι δύο φορές όμορφη και ζητούμενο η γαλήνη σε μια σχέση. Ενώ τυχαίνει,  στην γαληνεμένη σχέση, να φτάνει στο όριο του χασμουρητού και της νύστας κι εκεί, φαντάζει μακρινή κι ωραία η τρικυμία των παθών.
 Το θετικό ήταν, πως η περίπτωσή τους ήταν κάπου στη μέση. Τόσο διανοούμενος ο τύπος όσο και ζώο. Η Λ. ήταν πολύ ωραία γυναίκα κι ο τύπος κοντύτερός της. Όπου πήγαιναν μαζί, δεν τους έκανες για ζευγάρι, αυτός έμοιαζε πάντα σαν ο δούλος μιας αυτοκράτειρας. Όμως υπήρχε ένα μυστικό στην όλη υπόθεση, που μόνο λίγες εξαιρετικά έξυπνες γυναίκες το μάντευαν και σχεδόν κανένας άντρας. Ο τύπος αυτός, κατάφερνε να της χαρίζει δύο ειδών οργασμούς, τον σωματικό και τον πνευματικό. Οι περισσότεροι άντρες αγνοούν τον πνευματικό οργασμό, όμως πολλές γυναίκες τον κατέχουν, δεν στερείται σε ύψος εκτίναξης του σωματικού οργασμού, άλλωστε μελέτες του εγκεφάλου λένε, πως εκρηγνύονται τα ίδια χημικά συστατικά.

 Δεν μπορείς να καταλάβεις πάντα τις γυναίκες, ελάχιστοι τις καταλαβαίνουν. Όμως η Λ. μετά από ένα τέταρτο συζήτησης μαζί του, ήταν έτοιμη για το κρεβάτι και στα πρόθυρα σωματικού οργασμού. Έναν οργασμό, που δεν της τον είχα χαρίσει παίδαροι.

 Όπου κι αν πήγαιναν μαζί, κανείς δεν καταλάβαινε, πως η Λ. μια πρώην αυτοκράτειρα και πεσμένη απ’ το θρόνο της, είχε αποκτήσει έναν βασιλιά.
Σε όλη τη ζωή της η Λ. - καθώς πριγκίπισσα - για έναν βασιλιά έψαχνε. Όμως είχε λάθος αντίληψη για τους βασιλιάδες.

 Και; Τίποτα. Μια απλή ταπείνωση τα γύρισε όλα, χαμήλωσαν τα ψηλά και ανυψώθηκαν στα μάτια της τα χαμηλά.

 Κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει, πως αυτή η πανέμορφη γυναίκα, μερικές νύχτες γονάτιζε μπροστά του. Και μετά, ούτε ένιωσε ποτέ την ανάγκη, ούτε θέλησε ποτέ σε κάποιον να το εξηγήσει. Το ήξερε αυτή και της έφτανε. Μαζί του ένιωθε κι αυτό αρκούσε.  



16 Απριλίου 2017

Μόνοι Άνθρωποι







Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν πλαγίως
άλλοι, πιο έξυπνοι αυτοί, δεν μιλούν πλαγίως αλλά μιλούν μεταφορικά
υπάρχουν κι εκείνοι που μιλούν με παραβολές
ακόμα κι αυτοί που μιλούν με φωτογραφίες
κι όλοι αυτοί το κάνουν με λόγια
κι όλοι αυτοί σου μιλούν και σε κοιτάζουν στα μάτια
κι όλοι αυτοί μιλούν για κάποια αλήθεια·
είμαστε οι άνθρωποι τόσο μόνοι!

Υπάρχουν αυτοί που σου μιλούν και σ’ αγγίζουν
υπάρχουν αυτοί που σου μιλούν και τους χάνεις
υπάρχουν εκείνοι που νομίζεις τους ξέρεις
υπάρχουν εκείνοι που νομίζεις τους βλέπεις
υπάρχουν αυτοί που τους πιάνεις στα χέρια
υπάρχουν κι αυτοί που τους κρατάς μα δεν τους έχεις
υπάρχουν ακόμα κάποιοι που τους περιμένεις
όμως υπάρχουν κι εκείνοι που τους διώχνεις
απ’ την ψυχή σου και δεν φεύγουν·
υπάρχουν άλλοι που ζουν στην καρδιά μας
υπάρχουν κι εκείνοι που ζουν κι ανασαίνουν απ’ τα φιλιά μας
υπάρχουν αυτοί που μας ρημάζουν τη νύχτα
υπάρχουν κι αυτοί που μας κλέβουν την πίκρα·
άνθρωποι που κοιτάζονται στα μάτια
όμως παλεύουν να κοιταχτούν·
είμαστε οι άνθρωποι τόσο μόνοι!

Άνθρωποι που ζουν σε μια διαδρομή
πάντα πίσω από κάποια στροφή
τον εαυτό τους συχνά μαρτυρούν
υπάρχω θέλουν να πουν·
υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται
μα δεν μπορούν να συναντηθούν·
είμαστε τελικά τόσο μόνοι οι άνθρωποι

Είμαστε τόσο μόνοι οι άνθρωποι για να υπάρξουμε
κι όταν δεν είμαστε μόνοι μας πληγώνει η μοναξιά
είμαστε μόνοι για να υπάρξουμε
κι όταν δεν είμαστε μόνοι
πάσχουμε από ανυπαρξία.

Είμαστε τόσο μόνοι οι άνθρωποι
κι όταν δεν είμαστε μοναχικοί
μέσα μας βουίζει ακατάσχετα
ένα ανθρώπων πλήθος, νεκρών και ζωντανών
που μας κυβερνά. 

 

14 Απριλίου 2017

Το Πηγάδι







Κάποιος φώναξε βοήθεια
κάποιος έπεσε μέσα στο πηγάδι
μαζεύτηκε κόσμος πολύς, περίεργος
και ρωτούσε ποιος
κι αυτός που είχε πέσει μέσα στο πηγάδι
ως ηχώ απάντησε: εσείς πέσατε μέσα στο πηγάδι!
Όλοι απόρησαν και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους
χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα κι η φωνή είπε:
πως γίνεται να έχω πέσει μέσα στο πηγάδι
αφού εδώ κάτω είναι ο ουρανός!

Αυτοί μεριμνούσαν να τον βγάλουν απ’ το πηγάδι
εκείνος μεριμνούσε να τους ρίξει στο πηγάδι
σκέψεις πολλές σε όλη αυτή τη διαδρομή
αντικρουόμενες  
κάποιοι κρατήθηκαν απ’ το χέρι
σφιχτά με κάποιο φόβο
μη ξέροντας τί να πιστέψουν
πού είναι το πάνω και πού το κάτω του κόσμου
κι η φωνή κάτω απ’ το πηγάδι ακούονταν γλυκιά
ήσυχη, όμορφη, σταθερή, αναμφίβολη,
να λέει: κάποιο λάθος κάνετε
δεν είστε εδώ για να με σώσετε
αλλά είστε εδώ για να σας σώσω

Κι έριξαν σχοινιά πολλά και σκάλες
χωρίς να ξέρουν αν ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν
αναζητώντας σε όλο αυτό μια επιφάνεια
αυτοί που με κόπο ανέβαιναν κατέβαιναν
αυτοί που με κόπο κατέβαιναν ανέβαιναν
κι ο πεσμένος φώναζε: εδώ κάτω είναι ο ουρανός
εκ νέου τον ανακάλυψα!

Κι όλοι σήκωναν τα μάτια ψηλά
περισσότερο από συνήθεια
μη χαθεί η θέση του ουρανού κι αποπροσανατολιστούν
περισσότερο γιατί επικαλούνταν ψηλά
όπως το θέλει η παράκληση

Μετά καθώς έφευγαν μουρμούριζαν μεταξύ τους
γιατί δεν ήταν είδηση να πέφτεις μέσα στο πηγάδι
είδηση ήταν απ’ το πηγάδι να βγεις.



Γραφή & Ελπίδα

- Γιατί γράφεις; - Για να ξεσκάω. - Θα μπορούσες να πας μια βόλτα. - Δεν είναι το ίδιο. Θα μπορούσα να πάω μια...