18 Ιανουαρίου 2017

Γυναίκα






Με αέρα μπήκε στο μαγαζί
σαν άνετη
προσπαθώντας να αποκρύψει
το σφυροκόπημα της καρδιάς της.
Φιλήδονη, νοσταλγική,
με το σώμα της να ταλαντεύεται σε ένα εύρος
πέραν των ορίων του σώματός της
μια ταλάντευσης ως κύμα
που ‘φερνε ως εμάς το άρωμά της·
μας σάρωσε, με μια κυριαρχία
που απ’ τον πόθο της ξεκινούσε
και στον πόθο της τελείωνε
Γυναίκα

Κάθισε στο μπαρ
σταυρώνοντας τα πόδια της
προσποιούμενη πως κάποιον περιμένει
- μάλιστα θα είχε αργήσει γιατί έδειχνε ανυπόμονη
και τρεμόπαιζε νευρικά το ένα της πόδι -

Όλα ψέματα. Κανέναν δεν περίμενε, Μόνη ήταν,
δεν είχε σχέση. Δεν είχε βγει να συναντήσει κάποιον
είχε βγει να γνωρίσει κάποιον. Μα δεν την άφηνε η περηφάνια της,
δεν της επέτρεπε το ίδιο της το ωραίο σώμα
να εκδηλωθεί και να φανεί, σαν κάποια που εκλιπαρούσε
για λίγο έρωτα

Μα η μοναξιά, τόσο την ακόνισε και τη γέμισε
με την παρουσία της
που ήταν εκεί, μπροστά μας, στο μπαρ
σχεδόν ανέμελη, να ψήνεται στον πυρετό της

Λεπτή υπόθεσις. Τέτοια γυναίκα δεν την πλησιάζεις
ένας άνθρωπος σαν μπουλούκι
μα ένας άνθρωπος σαν μισός·
λυγισμένος την πλησιάζεις κι όχι με κάποια παρρησία
το μάτι της το ελαφίσιο, το εκπαιδευμένο
το συναίσθημά της το παιδευμένο
θα σε εξαφανίσει με μια της πρόθεση

Οχι, δεν την πλησιάζεις με τέτοιες σάχλες
ούτε με το ρολόι σου το ακριβό
την κούρσα σου και τα σκαρπίνια σου τα γυαλισμένα·
αλλά σκυφτός, όπως σκυφτή κι αυτή είναι μέσα της·
την πλησιάζεις όχι με την ψυχή σου αλλά πάνω απ’ την ψυχή σου
με το αεράκι της
όχι με το βλέμμα σου αλλά με την ικεσία σου
όχι με το παρακαλετό σου αλλά με την προσφορά σου
όχι με την πρόθεσή σου αλλά με την πρόθεσή της
μα να ΄χεις νου να τη μαντέψεις πρώτα·
γιατί τρομάζουν εύκολα τα πουλιά και πετούν
και κάθονται σε άλλα κλαριά σε ανάλογες περιπτώσεις

Γιατί αυτή η γυναίκα δεν ήρθε στο μπαρ για να πηδηχτεί
αλλά για να σώσει την ψυχή της και να σε σώσει
δεν ήρθε για να σε φιλήσει, αλλά να σε πάρει μέσα της
να σε κλείσει μέσα της και να σε καταπιεί·
και γιατί, χρειάζεται να έχεις γενναιότητα για να σε πάρει στην αγκαλιά της
 και να σε νανουρίσει
για να σε κάνει να ξεχάσεις τα τραύματα και τις πληγές σου

Γιατί αυτή τη γυναίκα, η ζέστη της τη σήκωσε απ’ το κρεβάτι
και την έφερε στον κόσμο
για να σε ζεστάνει

Δεν είναι εδώ για να παίξει μαζί σου
ένα από εκείνα τα παιγνίδια τα ρομαντικά
ούτε να αναμετρηθεί μαζί σου
να βγει δεύτερη ή πρώτη
ούτε να χαράξει με πύρινα γράμματα
άλλη μια ατελέσφορη νίκη στην καρδιά της

Είναι εδώ για να ζήσει μαζί σου
αν δεν της αξίζεις ελάχιστα θα ασχοληθεί
θα σε προσπεράσει σαν να μην σε έχει δει
γιατί κάτι τύποι σαν εσένα τη σημάδεψαν
κι εσύ μπορεί το σταυρό της να μην τον βλέπεις
μα εγώ απ’ τον σταυρό μου σταυρούς αναγνωρίζω

Για αυτό, καλέ μου φίλε - είπα στον φίλο μου που τον γνώριζα
κι ετοιμάζονταν να σηκωθεί να τη φλερτάρει -
άφησέ την να πιει το ποτό της
κι αν φτάσεις ποτέ τον εαυτό σου στο ανάλογο
επίπεδο της γενναιοδωρίας της
τότε δικαίως θα σου αξίζει·
ως τότε πήγαινε βγάλε τα μάτια σου
με καμιά άλλη, τυφλός εσύ, τυφλή κι αυτή,
κανείς δεν θα το καταλάβει

Δεν με άκουσε κι είπε μαζί της να προσπαθήσει
θεωρώντας πως, ενώ εγώ τον ήξερε τί ρεμάλι ήταν
εκείνη θα κατάφερνε να την ξεγελάσει

Όλο σε κάτι τέτοια μπαρ σύχναζε
κυνηγώντας κάποια "ψόφια"
όμως η λάμψη τού ξεγλίστρησε μέσα απ’ τα χέρια του
και γύρισε πίσω, εκεί που καθόμασταν
απ’ τη σκουριά του πνιγμένος

Καημένε Αποστόλη, συλλογιζόμουν
για πρίγκιπας ξεκίνησες τη ζωή σου
μα όσες κι αν σε φίλησαν
βάτραχος έμεινες.



Ακολουθώντας τις Σκέψεις








... Μα το να ξέρεις δεν αρκεί
εκεί αρχίζει κι η φοβέρα
είναι η συνείδηση σαν το σπαθί
σε κόβει μα δεν πάει παραπέρα

Μα το να ξέρεις δεν αρκεί - όλοι ξέρουν
μα το τί κάνουν έχει τη σημασία
δείχνει το βέλος πάντα προς μια απειλή
και ένα δίλημμα που σε σκοτώνει ή σε εκτινάσσει στον αέρα

Μα είναι μία η ζωή, τούτο το δύσκολο θα πρέπει να το βγάλεις πέρα
γιατί να ξέρεις μόνο δεν αρκεί
πρέπει να διασχίσεις την ίδια σου τη φοβέρα

Αλλιώς θα φτάσει μια νύχτα που σε έναν τοίχο μπροστά θα σταθείς
και δεν θα έχει άλλο παραπέρα
από τις ίδιες σου τις σκέψεις θα πιαστείς
αν θέλεις να σε βγάλουν στον αγέρα

Γιατί μόνο να ξέρεις δεν αρκεί
είναι διπλός ο πόνος όταν ξέρεις
μα αν ακολουθήσεις τη δικιά σου συμβουλή
τότε η μαγεία σου θα σε πάρει απ’ το χέρι

Είναι ο δρόμος στρωμένος με μια απειλή
ένα πιστόλι σε σημαδεύει απ’ τον αέρα
είναι οι κροτάφοι σου γεμάτοι από παλιά συγκομιδή
κι η νέα γνώση σε ζαλίζει σαν φοβέρα

Γιατί μόνο να ξέρεις δεν αρκεί
μα αν ξέρεις αρκεί για μια αρχή
να προχωρήσεις παραπέρα
από το σώμα σου να βγει ένα πουλί
και να πετάξει ελεύθερο στον αγέρα

Γιατί το να ξέρεις μόνο δεν αρκεί
αλλά αρκεί για μια αρχή
κι αυτό που ξέρεις η ζωή σου θα γενεί
μα να μείνεις πιστός στην ίδια σου την αρχή

Γιατί αυτό που ξέρεις δεν αρκεί
θα πρέπει και να το πιστέψεις
να πάρει όλη σου την ευχή
για να σε βγάλει στην καινούργια σου ζωή

Κι οπωσδήποτε στο δρόμο να μην το προδώσεις
και να μην το εγκαταλείψεις
γιατί αν αυτό που ξέρεις δεν το ακολουθήσεις
και δεν το βγάλεις πέρα
εσύ πίσω του θα μείνεις
και θα κρυφοκοιτάζεις τη ζωή
και τις ζωές των άλλων 

Επιστράτευσε λοιπόν όλη τη δύναμή σου
τι περιμένεις;
και γιατί σπαταλάς την ώρα σου
διαβάζοντας τούτο το κείμενο;
Σάμπως δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις
και περιμένεις εμένα να στο πω;
Δεν το βλέπεις το αστέρι που λάμπει
ψηλά στον ουρανό;
Δικό σου είναι για να μην είναι ορφανό 

Θα ανέβεις να το πιάσεις
ή θα περιμένεις εκείνο να κατεβεί;

Τούτο που σέρνεται ποιος το πατεί
και ποιος θέλει ακόμα να το σώσει;
Τούτο που σέρνεται αγάπη μου στον κόσμο μας δεν είναι η ζωή
και μη μου λες εμένα ότι έχω παλαβώσει

Γιατί το να ξέρεις δεν αρκεί
μα το να μην ξέρεις σημαίνει πως η ζωή θα χαθεί
κι ανάμεσα στα δύο είσαι εσύ
περπάτα μπροστά με τις σκέψεις
κι ο εαυτός σου ακολουθεί

Καινούργιες κι όμορφες σκέψεις να κάνεις μη φοβηθείς
κι αντίθετες ας είναι στις διαθέσεις σου
στο πεπρωμένο σου και στον κόσμο όλον
γιατί μία μονάχα είναι η ζωή
κι αν δεν είναι δικιά σου δεν θα είναι ποτέ αρκετή

Κι αν πιστεύεις πως μεγάλος είσαι πια για όνειρα
τα όνειρά σου θα έχουν πάντα για σένα
την αντίθετη γνώμη

Ξεκίνα σήμερα τη μέρα με μια καινούργια σκέψη
με μια απίθανη
και θα δεις πως ολόκληρος πίσω της θα τρέξεις
κι άφησέ τους να λεν και να διαφημίζουν
πως το παιγνίδι χάθηκε·
φυσικά και χάθηκε για όσους το λένε

Μα εσύ πρόσεξε τις σκέψεις σου
και διάλεξέ τις μία μία
γιατί είσαι οι σκέψεις σου
κι αυτές περνούν από μαθητικά θρανία

Γιατί κι οι διαθέσεις σου πίσω από τις σκέψεις σου θα τρέξουν
με το σώμα σου εκεί που σκέφτηκες θα βρεθείς
στα χέρια σου θα πιάσεις όσα ονειρευτείς 
αρκεί να τολμήσεις τώρα να τα σκεφτείς

Κι άκου να σου πω...
μη μου λες εμένα τί θα κάνω
γιατί εγώ τη μοίρα μου τη δημιουργώ
κι ουχί απ’ τα μαλλιά την πιάνω. 

Με κατάλαβες
ή να το πάρω απ΄την αρχή;




17 Ιανουαρίου 2017

Η Πτώση της Ανατάσεως κι Αντίστροφα










 Έξω έχει συννεφιά, μέσα έχει ήλιο. Πάντα αυτές οι δύο καταστάσεις, η συχνά αντικρουόμενες, οι δύο παράγοντες: ο μέσα και ο έξω. Το εσωτερικό περιβάλλον το εξωτερικό περιβάλλον κι ο αγωγός, που μας μετακινεί έξω, που μας φέρνει μέσα.

 Θυμάμαι παιδί, πόση επίδραση είχε σε μένα ο καιρός. Όμως ο καιρός, ως παιδιά, ασκεί σε εμάς μια εντελώς διαφορετική επίδραση απ’ ότι ως ενήλικες. Ως παιδιά, ακουμπάμε πάνω στον καιρό, πάνω στην εποχή, καμία μάχη, καμία πάλη δεν υπάρχει τότε. Επιτρέπαμε, αφήναμε τον καιρό να περάσει μέσα μας, να μπει στο αίμα μας, ήταν στο αίμα μας, ήμασταν ανοιχτοί χωρίς καμία αντίσταση. Ο καιρός ήταν εμείς ήμασταν. Ο καιρός άλλαζε εμείς προσαρμοζόμασταν. Αθέατα, μυστικά, ήταν όλο αυτό μια άψογη εφαρμογή. Ο καιρός ήταν σαν ένα πουκάμισο. Ο ήλιος το άνοιγε η συννεφιά το έκλεινε.

 Όμως μετά, καθώς μεγαλώναμε, άλλαξε ο καιρός. Ο καιρός πήρε υποθέσεις, τις υποθέσεις μας κι άλλαξε τοποθεσία. Η χαρά μας, η πρώτη αγνή πηγαία χαρά μας, πήγε και κόλλησε πάνω στα πράγματα. Η επαφή με την ατμόσφαιρα βέβαια δεν χάθηκε. Όμως η ατμόσφαιρα πια, έγινε ατμόσφαιρα ενός γραφείου, έγινε κοινωνική ατμόσφαιρα, έγινε οικονομική ατμόσφαιρα, έγινε κάθε είδους ατμόσφαιρα εκτός από ατμόσφαιρα.

 Μετά, το να χαίρεσαι ή να λυπάσαι, το να ζεσταίνεσαι ή να κρυώνεις, έφυγε απ’ την καρδιά και πήγε στη σκέψη, έγινε συναίσθημα κατόπιν τούτου. Έγινε συναίσθημα του Σαββατοκύριακου, της πρώτης του μηνός, της αδείας και των διακοπών. Όλο το άλλο έγινε αγγαρεία, όλο το άλλο έγινε μαρασμός, κι κει που πεταγόσουν απ’ το κρεβάτι γεμάτος ενθουσιασμό και χαρά να ζήσεις τη νέα μέρα... μια δουλειά, ένα πρέπει, μια υποχρέωση πια σε τραβούσε απ’ τα μαλλιά, και κει που πετούσες άρχισες να σέρνεσαι. Και κει που η ζωή κυλούσε έγινε ζόρι. Κι εσύ από πεταλούδα έγινες κάμπια.

 Τί συννεφιά τί ήλιος πια. Το εσωτερικό ρολόι απορυθμίστηκε και ως εκ θαύματος γεννήθηκε το χάος. Μετά, πληρωνόσουν ζούσες, σου είπαν καλή κουβέντα χάρηκες, σε σεβάστηκαν πήρες τα πάνω σου, σου έδωσαν αξία την είχες, σου πήραν την αξία την έχασες. Σε αποδέχτηκαν σε αποδέχτηκες, δεν σε αποδέχτηκαν έμεινες μετέωρος, σε κλώτσησαν κλώτσησες τον εαυτό σου, σε παραγκώνισαν παραγκωνίσθηκες. Σε ερωτεύτηκαν, σε αγάπησαν, θύμωσες. Σε χάιδεψαν επαναστάτησες. Όμορφα σου μίλησαν μα εσύ υποψιάστηκες. Η αθωότητα χάθηκε μετά την εισβολή του πρώτου πόνου.

 Κι ως εκ δευτέρου θαύματος βρέθηκες να είσαι πονηρός, να αγωνίζεσαι, να παλεύεις και με κάτι στο στήθος να σε τρώει. Τι συνέβη; Πως άλλαξε έτσι ο καιρός; Χωρίς να το καταλάβεις πιάστηκε η πεταλούδα σου στον ιστό μιας αράχνης, κι ενώ θα ορκιζόσουν, πως διαφορετικά είναι, βρέθηκες πεσμένος σε μια παγίδα. Πως το ξέρεις; Μα θα έπαιρνες όρκο πως από κάπου προσπαθείς διαρκώς να βγεις. Έχω λάθος κυρία και κύριε?

 Αν δεν είναι αυτή η βιβλική πτώση τότε τι είναι; Αν δεν σημαίνει αυτό, πως είσαι  έκπτωτος άγγελος… τότε δεν ξέρω τι άλλο σημαίνει. Αν δεν υπάρχει τούτο το ζήτημα της πτώσης απ’ τον καιρό του Μωυσή… σίγουρα υπάρχει και πριν απ’ αυτόν. Κι αν η επιστροφή στον παράδεισο δεν είναι μια μέσα μας επιστροφή, δεν μπορώ να φανταστώ άλλη. Κι αν μέσα μας δεν υπάρχει ο θησαυρός μας και το βασίλειο των ουρανών… τότε ούτε θησαυρός ούτε ουρανός υπάρχει. Αν δεν υπάρχουν αυτά, τότε μπορείς να μου πεις τί αναζητούμε; Κι είμαι γι’ αυτά σίγουρος. Ρώτα την καρδιά σου, έχω λάθος?

  Όμως αυτό ήταν: ο κόσμος μας σε σκέπασε, κι ως εκ τρίτου θαύματος εγένετο φόβος, αγωνία, απόγνωση κι απελπισία. Μα την απελπισία, ως μικρός, δεν την γνώρισες, κι ο φόβος, δεν ήταν τότε φόβος ενός επερχόμενου κινδύνου, μα κάτι εντελώς διαφορετικό που έμοιαζε περισσότερο με ακαριαίο σκίρτημα κι εγρήγορση, ήταν ένα σκίρτημα μιας αφύπνισης ο φόβος και περνούσε στο λεπτό. Δεν κρατούσες το φόβο, ηταν απλά μια σύντομη μέριμνα και δραστηριότητα, μια επιφύλαξη δευτερολέπτων κι όχι μια μιας ζωής.  Μια δράση ενός λεπτού κι όχι μια παντοτινή αδράνεια και καθήλωση. Κι όταν λέμε αποκαθήλωση δεν ξέρω άλλη εκτός της αποκαθήλωσης απ΄τον φόβο μας, δεν ξέρω κάτι άλλο που να καθηλώνει σε μια παντοτινή θέση και να μην το κουνάς ρούπι απ΄αυτήν. Ούτε άλλη σταύρωση εκτός αυτής ξέρω. Ρωτήστε παρακαλώ τον εαυτό σας: έχω λάθος κυρία; έχω λάθος κύριε;
  
 Δεν ήταν παλιά ένας φόβος με μονιμότητα κι έδρα στην ψυχή μας, ένας φόβος επιτακτικός και κυρίαρχος που συνέβαλε σε αποφάσεις. Ετούτο το δεύτερο φόβο, η γνώση του κόσμου τον έφερε, καθώς έσκυψες μια μέρα και διαπίστωσες, πως στον κόσμο μας οι πόρτες έχουν κλειδαριά κι οι αυλόπορτες λουκέτα. Έτρεξες τότε κι αγόρασες το πρώτο σου λουκέτο, και μάντεψε τότε τι κλείδωσες. Μα φυσικά τον θησαυρό σου! Μήπως έχω άδικο;

 Κι άρχισαν οι άνθρωποι να περνά ο ένας μετά τον άλλον πάνω απ’ την ψυχή σου, μα το άγγιγμα τους δεν σε άγγιζε πια και δεν έφτανε βαθιά, έτσι έγινε ένα άγγιγμα που δεν του έδινες πια τη μέγιστή σου σημασία. Έγινε ένα άγγιγμα σαν παιγνίδι, σαν συνήθεια και χάθηκε μαζί κι η μνήμη του αγγίγματος κι όσα το άγγιγμα ξυπνούσε. Τώρα το άγγιγμα φώναζε κίνδυνος! Γιατί το άγγιγμα ζητούσε πάντα να το ακολουθήσεις. Άρχισες να μην υπακούς στο άγγιγμα και μόνο έτσι κατάφερες να χαθείς. Ακολουθώντας κάτι άλλες σειρήνες του κόσμου μας. Για τακτοποίηση, για ασφάλεια, για μια θέση και τελικά για παρηγοριά.

 Κι όμως είναι δυνατόν. Έτσι χάθηκε η φυσική λειτουργία κι όλα διαστρεβλώθηκαν. Η φύση -  σαν πάντα να εκδικείται – άρχισε να πονά, ψυχολογικά να πονά, με ένα σκοπό: να σου θυμίσει. Η παραγκωνισμένη φύση που έγινε πια πολυτέλεια μέσα στον ορυμαγδό της επιβίωσης και τότε το βαθύ ζώο κραύγασε κι άρχισε να δαγκώνει.
  
 Τότε έκανες μια διαπίστωση: μα εδώ, είπες, πρόκειται για μια κοινωνία, για έναν πολιτισμό από κουστουμαρισμένα ζώα, κι όλα τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου και τα ένστικτα, έχουν πάρει από μια φιγούρα, από μια δαντέλα, μα πίσω απ’ τις λέξεις και τις εκφράσεις, κάτι ακόμα μουγκρίζει, κάτι άλλο ουρλιάζει. Και πολλά απ’ αυτά τα ζώα, κατά κάποιο λάθος, περπατούν στα δύο τους πόδια, αφού στη μυρουδιά τους υπακούν και στα κελεύσματα της εξουσίας.

 Θα πρέπει να το παραδεχθείς. Πέρασες αργά και ύπουλα από ένα αξιοθαύμαστο παιδικό όνειρο σε έναν εφιάλτη, κι ήταν τόσο σκληρός να τον αντέξεις και τόσο αφύσικος, που δεν είχες άλλο τρόπο παρά να κοιμηθείς ξανά και με δεύτερο ύπνο ασυνείδητο. Ένας υπνωτισμένος πήρε πια τα ηνία της ζωής σου κι άρχισε να σε οδηγεί, καθώς έχανες τη θεϊκή συμπαντική σου καθοδήγηση, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο χαμός της επαφής με την καρδιά σου και τη σιγανή φωνούλα της στο στήθος σου. Καθώς είχε υπερισχύσει μέσα σου η κραυγή του κόσμου. Έτσι, σκεπασμένος και κοιμούμενος, άρχισες να θεωρείς πως το πρωί ξυπνάς και πηγαίνεις στη δουλειά σου. Άρχισες να νομίζεις πως ζεις, άρχισες να σκέφτεσαι με ίσως, θα δούμε και πρέπει.

 Ο απέραντος κι ορθάνοιχτος κόσμος σου έγινε πια μικρόκοσμος, μια μικρογραφία του κόσμου μας. Ο κόσμος σου πήρε σύνορο κι έξω βασίλεψε ο τρόμος. Το καθεαυτού γνωστό σου έγινε άγνωστο και το άγνωστό σου γνωστό. Μετανάστευσες απ΄τον οικείο και προσφιλή τόπο του μυστηρίου που γεννήθηκες... σε έναν άγνωστο κοσμικό τόπο και τοπίο, και μόνο έτσι επιβουλεύτηκε το μυστήριο και το θάνατο η εκκλησία και τα έκανε μονοπώλιο. 
 Έμαθες και ξέχασες όσα γεννήθηκες να ξέρεις. Ξέχασες όλη τη γνώση που με αυτή ήρθες στον κόσμο λόγο της πληροφορίας του. Κι από ιερός ο άνθρωπος έγινε απλώς κατεργάρης. Μήπως έχει και περισσότερη πτώση; Λέω, μήπως...
Τώρα τον ύπνο του αδικημένου κοιμάται στο βασίλειο της αδικίας. Και εγένετο η ελπίδα του.

 Έξω κάνει συννεφιά, κάθε λογής, μέσα βγάζει ήλιο. Κάνε θεέ μου τον μέσα ήλιο στους ανθρώπους ισχυρό, να ανατείλει όπως ξέρει αργά να ανατέλλει χωρίς θυμό, κι έξω να φωτίσει την οικουμένη όλη.



16 Ιανουαρίου 2017

Η Σημασία του Καλά είναι κι Έτσι







Η ζωή περνάει, ανάμεσα σε κάτι προσδοκίες, σε κάτι υπομονές, σε κάτι μεταμέλειες, 
σε κάτι χωρίς λόγους διαφωνίες
σε κάτι περιμένοντας τα καλύτερα αύριο
σε κάτι δεν μου κάνεις, δεν σου κάνω και χωρίζουμε
σε κάτι ως εδώ που προχωράει παρακάτω
σε κάτι τέρματα που μετακινούνται στο χρόνο
κι ακόμα σε κάτι από δω και πέρα που πηγαίνει πίσω

Η ζωή περνάει σε κάτι άχρωμες μοναξιές
σε κάτι εκδιωγμένες
σκαρφαλωμένη σε προσπάθειες
σκανδαλίζοντας τους υποψηφίους ζωντανούς
περνάει ανάμεσα στα χέρια τους
περνάει ανάμεσα στις σκέψεις τους

Μέχρι ένα πρωινό να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι
και να μείνει ένα πόδι τους στο κρεβάτι
ένα χέρι τους στο κρεβάτι
λίγο πρόσωπό τους στον καθρέφτη
κι απ’ τους ίδιους ένας αγνώριστος
με άσπρα γένια

Τότε αρχίζουν να αναρωτιούνται που πήγε η ζωή
και δεν είναι πια στο σώμα τους
δεν τους ακούει το χέρι τους
δεν τους ακούει το πόδι τους
και προσέχουν ό,τι απόμεινε

Γυρίζουν πίσω, κοιτάζουν έναν ξένο
και λένε: τί ήταν αυτό που πέρασε;
το σαν δικό τους
κι απομένουν με μια ψυχή γεμάτη όρεξη
κι ένα σώμα που τους τρώει

Πονάει εδώ, πονάει εκεί, λένε μαμά
και τη νοσταλγούν
φιλιώνουν με τον πεθαμένο πατέρα τους
άρουν τις παρεξηγήσεις
βολεύονται στον μικρό τους χώρο
εγκαταλείπουν το όνειρό τους
και τρώνε στα παγκάκια πασατέμπο

παίζοντας ως την τελευταία στιγμή λαχείο
με κάποια ακόμα ελπίδα στο εκατομμύριο

Αρχίζουν να σκέφτονται πως το πουλί πέταξε
μα η καρδιά τους ακόμα χτυπάει
τότε οι γυναίκες βάφουν όσα χείλη τις απέμειναν
σε έντονο κόκκινο και φορούν στενά παντελόνια·
οι άντρες κόβουν το μουστάκι τους
και βάφουν τα μαλλιά τους·
να αρπάξουν να προλάβουν θέλουν
λιγάκι ακόμα έρωτα
χωρίς να αναρωτηθούν γιατί πάντα δεν χορταίνουν

Κι αργοσβήνουν πάνω σε ταλαιπωρημένα κρεβάτια
αρπαγμένοι από μερικές όμορφες αναμνήσεις
λιανίζοντας μπριζόλες στο μίξερ
τρώγοντας με ξένα δόντια
μαδώντας μαργαρίτες από κόκκινο και ροζ χάπι
με ένα ψυγείο δίπλα τους σαν καράβι
και μια τηλεόραση για παρηγοριά

Αυτόν ήταν. Ό,τι μπόρεσαν έκαναν
ό,τι πρόλαβαν χάρηκαν – κυρίως έτρωγαν
θύμωσαν, πάλεψαν, εγκατέλειψαν
μα δεν αναγνώρισαν εκείνο που έφταιγε.
Η ζωή τους πέρασε ανάμεσα σε ένα ανικανοποίητο σήμερα αύριο
ελάχιστα πάντα ευχαριστημένοι
χωρίς να πάρει απάντηση το γιατί τους
κυνήγησαν όμως τη σύνταξη

Επειδή κι αύριο μέρα είναι
η σημερινή πάντα ελάχιστα μετρούσε

Κι αύριο μέρα ήταν, αλλά ως πότε;
Συντόμευσε ο χρόνος τους
δεν μπορούν τώρα απ’ το παρόν τους, απ’ την αλήθεια τους να διαφύγουν
και την κοιτάζουν κατάματα τρέμοντας

Κουρασμένοι κι ανέτοιμοι για τη μεγάλη έξοδο
εγκαταλείποντας τη θέλησή τους φεύγουν

Μια φράση μόνο αν κατάφερναν να πουν
μια μονάχα φράση, μεγάλη αποδοχή απ’ τη ζωή τους θα κέρδιζαν
μεγάλο μέρος της θα έσωζαν
μια μονάχα φράση και να την πίστευαν
σε ένα στάδιο της ζωής τους
τη φράση: καλά είναι κι έτσι!

Μεγάλο μέρος της προσπάθειάς τους θα τους εγκατέλειπε
και στο παρόν τους θα επέστρεφαν να ζήσουν
από κει που έστειλαν τον εαυτό τους να τους περιμένει
γιατί τους ξέφυγε η ζωή κι ανέβηκε σε έναν λόφο.

Γιατί για τα καλύτερα
ξεκινάς πάντα
από ένα καλά είναι κι Έτσι.

Επειδή, για να είναι καλά Αλλιώς
θα πρέπει κυρίως καλά να είναι κι Έτσι. 



15 Ιανουαρίου 2017

Χάος & Αρμονία








Το πρώτο που πρέπει να κάνεις - μπορεί να πάρει καιρό - είναι να στοιχίσεις το συναίσθημα με τις σκέψεις. Να τοποθετήσεις κάτω από κάθε σκέψη το αντίστοιχο συναίσθημά της.
Κάτω απ’ τη σκέψη αφθονία να βάλεις το συναίσθημα της αφθονίας
Κάτω απ’ τη σκέψη φιλία να βάλεις το αίσθημα της φιλίας
Κάτω απ’ τη σκέψη ευγνωμοσύνη το αίσθημα της ευγνωμοσύνης
Κάτω απ΄τη σκέψη χαρά το συναίσθημα της χαράς
Και ούτω καθεξής.
Έτσι που να φτιάξεις μια ευθεία νοητή γραμμή
με τις σκέψεις από πάνω και τα αντίστοιχα αισθήματα από κάτω

Αυτό με τη θέληση, την  επιμονή και την προσοχή
αφού την τράβηξες απ΄το άλλο μισό σου, το μαύρο
και την έστρεψες στο άλλο μισό σου, το λευκό·
αυτό όσο αφορά τα λευκά αισθήματα, τα θετικά
χάθηκε έτσι το άλλα ντ' άλλων, η σύγκρουση
χάθηκε ο χαμός και το χάος
έβαλες νοητική τάξη

Κάνε γυμναστική, αισθανόμενος περισσότερο όπως θέλεις
και λιγότερο όπως δεν θέλεις, ασκώντας κυριαρχία
απλώς επικεντρώνοντας.
Το κέντρο είναι το ανθρώπινο ζητούμενο
το κέντρο είναι ο στόχος
κατευθύνεσαι προς το κέντρο σου
ο κόσμος σου κατευθύνεται προς το κέντρο σου
κι όταν ο κόσμος σου κατευθύνεται προς το κέντρο σου
ο κόσμος όλος προς τα κει κατευθύνεται·
ο κόσμος σου κι ο κόσμος όλος
μέσα από παράπλευρους παραπόταμους
κατευθύνεται προς τη ζωντανή θάλασσα του κέντρου σου.
Ούτε μπορείς, ούτε μπορείς να θέλεις διαφορετικά
απ΄την έλξη σου και τον μαγνήτη, 
διαφορετικά είναι εσωτερική μάχη, επειδή στο κέντρο σου είναι πόλος σου 
είναι μια υπόθεση σπείρας, πλατιά στην περιφέρειά της
και καταλήγει σε ένα μοναδικό σημείο 

Έτσι τακτοποίησες το κεφάλι με την καρδιά
κι έγινε η σκέψη ένας πίνακας με λευκά κουμπιά.
Μετά, κάνε σαν ηλεκτρολόγος, μια δοκιμή. Πάτα ένα κουμπί και θα δεις
κάτω να ανάβει το ανάλογό του φως. Αυτή είναι μια πρώτη τακτοποίηση,
ένας παραλληλισμός, μια διευθέτηση της εσωτερικής αναρχίας σου
ένα βάδισμα από θετική σκέψη σε θετική
κι από θετικό σε θετικό αίσθημα 

Έτσι το μαύρο πέρασε στην αντίσταση
λόγο του κινδύνου που αισθάνεται της εξάλειψής του
όμως χάσε την αντίσταση χάσε και τον κίνδυνο
με το επιχείρημά σου. Ο εαυτός μας πείθεται 
άσκησέ του την πειθώ σου.
Ο εαυτός μας καταλαβαίνει, δεν είναι ζώο. Δώσε του να καταλάβει με τρόπο καλό
αν χρειαστεί διέταξέ τον.
Ο εαυτός μας συμπονά, συμπόνεσέ τον
δεν είναι σακί με πατάτες να τον κλωτσάς.
Όπως φερθείς στον εαυτό σου θα φερθείς στους άλλους.
Ο εαυτός μας είναι έξυπνος, φέρσου πιο έξυπνα απ΄τον εαυτό σου 
βγες από πάνω του

Αφού την έφτιαξες, μετά, πιάσε όλη αυτή την παράλληλη νοητή γραμμή
που τρέχει ακόμα στο χρόνο... με το νου σου
όλα αυτά τα θετικά αισθήματα...
και φέρτα όλα τα ένα κάτω απ΄το άλλο
σε μια ευθεία κατακόρυφη γραμμή στο στήθος σου, και κάπου εκεί
τελειώνει η δουλειά της σκέψης·
τώρα δεν πατάς τα κουμπιά Με τη σκέψη
πατάς τα κουμπιά Στη σκέψη

Είναι κάτι διαφορετικό, έφτιαξες νέα συνήθεια
έφτιαξες έξη, τώρα πατάς τα κουμπιά με μια νοητή κίνηση 
τώρα δεν αυξάνεις τη συνείδηση, είσαι συνειδητός
τώρα δεν αποχτάς επίγνωση, έχεις επίγνωση, είσαι επίγνωση
τώρα, θέλω και μπορώ έγιναν ένα.
Τώρα σκέφτομαι κι αισθάνομαι συναντήθηκαν στο όπως θέλω,
στο όπως είναι και στο όπως είναι θέλω 
στο όπως αισθάνομαι θέλω και στο όπως θέλω αισθάνομαι 
κι όχι στο όπως να 'ναι και στο όπως βρέξει ας κατεβάσει
 
Τώρα η σκέψη αποδυναμώνεται, σβήνει, δεν σου χρειάζεται άλλο
τα πράγματα μπήκαν στον αυτόματο, τώρα μπορείς να ζεις
στο κενό, το κενό της μη σκέψης. Τώρα μπορείς να κοιτάζεις και να ζεις έξω.
Τώρα δεν σε τραβά κάτω η σκέψη να τη σκεφτείς και δεν σε παίρνει μαζί της
αλλά τώρα η σκέψη έρχεται κι έρχεται σαν συννεφάκι από ψηλά

Τώρα όλη αυτή την κάθετη γραμμή των λευκών αισθημάτων…
κεντράρισέ την και ρίξτη μέσα στην αγάπη σου
κι αυτό ήταν, επέστρεψες στη γαλήνη,
απ΄το χάος έφτιαξες αρμονία
γύρισες σπίτι.

Καλωσόρισες. 

Υστερόγραφο: Είναι τόσο απλό, σαν να καθαρίζεις κρεμμύδια
φυσικά και κλαις.