27 Μαΐου 2017

Το Συμβάν κι ο Λόγος του




  Είναι γνωστό πως έχω ένα σπασμένο πόδι, αυτό υπήρξε ο δάσκαλός μου· δεν είναι να γελάς με τέτοια αστεία.
 Ο δάσκαλός μου υπήρξε το ίδιο μου το σπασμένο πόδι, μου έμαθε απίστευτα πολλά σε λίγους μήνες, όσα δεν μου έμαθαν χρόνια τρεξίματος. Είναι ένα σπασμένο πόδι που μου μιλά, μου έμαθε να βάζω στόχους. Μου έμαθε να λέω, σήμερα θα περπατήσεις ως εκεί, αύριο ως παρακεί, και μεθαύριο λιγάκι μακρύτερα.  Ποτέ πριν δεν είχα την αίσθηση της απόστασης.
 Το ίδιο μου το σώμα έχει μια τέλεια γλώσσα, η διάθεσή μου, πολλές φορές, είναι ένας δρομέας μακρινών αποστάσεων, η διάθεσή μου θέλει να φύγει, όμως η γλώσσα του σώματος με σταματά, το σπασμένο πόδι μου μιλά πάντα με μια φωτογραφία, μου λέει μείνε εδώ, γίνε παρών, μου λέει σπεύδε βραδέως.
 Τώρα ξέρω γιατί έσπασε το πόδι, το έκανε επειδή υπήρξα ανυπάκουος, επειδή η σκέψη μου έτρεχε, η διάθεσή μου ακολουθούσε τη σκέψη μου, είχα για σημαία μου τη φυγή.
 Όλα αυτά τα ανέτρεψε ένα σπασμένο πόδι, για να υπακούσω, χρειάστηκε κάτι ανώτερο απ’ τη θέλησή μου για να συμμορφωθώ. Για να μπορέσω να πω, είναι έτσι όπως είναι και να δεχθώ.
 Παρόλο που είναι πόδι σπασμένο - δηλαδή σώμα - υπήρξε δάσκαλος πνευματικός. Τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε εμένα να μ’ εξαναγκάσει να σταθώ ακίνητος, κανένα λουρί, καμιά αλυσίδα, κανένας δεσμός, για να μπορέσω να φτάσω στη σταθερότητα, κανένας λόγος, καμιά συμβουλή, παρά μόνο μια δικιά μου αιτία.
 Εθισμένος χρόνια στην κίνηση, το σπασμένο πόδι, με τρόπο εκκωφαντικό, μου θύμισε τη χωμάτινη πλευρά του χαρακτήρα μου, το ποσοστό που είμαι σώμα. Αυτό μου έμαθε ν’ αγαπώ το σώμα και να σέβομαι την αδυναμία του.  
 Το σπασμένο πόδι μου έμαθε την ταπείνωση, την αγάπη, την υπομονή και τη φιλία.
 Δεν θα είμαι ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος, και αισθάνομαι να χρωστώ ευγνωμοσύνη στο σπασμένο πόδι.

 Το σπασμένο μου πόδι με τράβηξε πίσω,  αντί κατάθλιψης.

Γι’ αυτό μη μου λες, πως δεν συμβαίνουν τα πράγματα για κάποιο λόγο.



26 Μαΐου 2017

Η Αναγέννηση






- Τι σε απασχολεί σήμερα?
- Ότι με απασχολούσε πάντα, κυρίως ο εαυτός μου.
- Και πως το αντιμετωπίζεις αυτό? Νομίζω χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις.
- Νομίζω λες κάτι λάθος, αντιμετώπιση σημαίνει σύγκρουση, θαρρώ να το δεχθείς είναι το ζήτημα.
- Πως λοιπόν το δέχεσαι?
- Με το πλησίασμα. Επιτρέπεις στον εαυτό σου να έρθει κοντά σου, φιλιώνεις μαζί του, τον αγαπάς.
- Πετάει σπίθες αυτό.
- Φυσικά πετάει σπίθες, πηγαίνεις κοντά σε κάτι παραμελημένο. Είναι σαν να βλέπεις για πρώτη φορά το πιο δικό σου, αυτό που αληθινά είσαι το ξέχασες, χρειάζεται να το θυμηθείς.
- Πως το θυμάσαι?
- Με τη χρήση του, ο εαυτός μας είναι σαν ένα εργαλείο, είτε το χρησιμοποιείς σωστά είτε λάθος.
- Πως το καταλαβαίνεις ποια είναι η σωστή χρήση του εαυτού σου?
- Απ’ το αποτέλεσμα που σου φέρνει. Αναφέρομαι σε αισθαντικό αποτέλεσμα, όταν είναι ευχάριστο, ικανοποιητικό και χαρούμενο, χρησιμοποιείς τον εαυτό σου σωστά. Όταν δηλαδή αισθάνεσαι γεμάτος και πλήρεις αλλά κι αντέχεις όσα είσαι και τη μοναξιά σου. Συνήθως παίρνουμε μια πρόσκαιρη ικανοποίηση απ’ τον εαυτό μας, μια έστω νίκη, που γρήγορα ξεφουσκώνει, μα δεν μας αρκεί ποτέ και ξεκινούμε γοργά έναν νέο κύκλο, να νιώσουμε ξανά, όσο πιο σύντομα δυνατόν, αυτό το λίγο όμορφο μέσα στο άσχημο, που καταφέρνει να μας κρατά στη ζωή.
Αυτή όμως είναι μια ικανοποίηση του εγώ και του εγωισμού, ένα σύντομο βεβιασμένο κέρδος, που αισθάνεσαι σαν να το έκλεψες, ή να στο έδωσαν οι άλλοι επειδή σε λυπήθηκαν, μα όταν η ευχαρίστησή σου και η ικανοποίηση σου είναι ακέραια...είσαι εσύ που επιστρέφεις σε σένα μέσα από τις σχέσεις σου με τους άλλους, χωρίς τύψη κι ενοχή.
- Γιατί έχεις τύψη κι ενοχή?
- Σου είπα, επειδή ό,τι όμορφο αισθάνεσαι στο βάθος το κλέβεις, και σπάνια πιστεύεις πως σου αξίζει. Η ενοχή είναι μάστιγα που εμφανίζεται με χίλια πρόσωπα και σε ρημάζει, μόνο απ’ την ενοχή σου να απελευθερωθείς κέρδισες τον κόσμο, τον κόσμο σου.
- Γιατί υπάρχει ενοχή?
- Γιατί είμαστε μεταξύ μας μπλεγμένοι και πλεγμένοι, σαν ένα τεράστιο άχαρο υφαντό, πρέπει να ξεμπλέξεις τις κλωστές σου μέσα απ’ το υφαντό του κόσμου που γνώρισες καθώς ήρθες στη ζωή, αν θέλεις να αποκτήσεις τη ζωή σου. Αυτό το υφαντό είναι όλο μια μεγάλη λίμνη ασυνειδήτου, και πρέπει τώρα με τη συνείδησή σου να ξεκαθαρίσεις το ίδιο σου το ασυνείδητο απ΄ τους λεκέδες του. Καταλαβαίνεις, έχουν πλυθεί μαζί τα λευκά με τα μαύρα και τα χρωματιστά. Θα πρέπει λοιπόν να γίνεις εσύ για τον εαυτό σου, μια «καλή νοικοκυρά».  

- Εγώ όμως θα επιμένω κι άλλο στην ενοχή, μ' ενδιαφέρει, θέλω να μάθω γι’ αυτήν.
- Σου είπα, είναι ύπουλη. Νιώθεις ενοχή για τα πιο αυτονόητα κι όμορφα πράγματα. Ας πούμε, η ευτυχία σου είναι το πιο ενοχικό πράγμα στον κόσμο, σου εμφανίζεται σκληρό κι άδικο να είσαι ευτυχής μες στους δυστυχισμένους. Αν όμως δεν επιδιώξεις την ευτυχία σου μες στους δυστυχισμένους… και το καλό σου μες στο κακό, συμβάλεις με την παρουσία σου στη ζωή, στη δυστυχία και το κακό όλων. Αν όμως ξεκινήσεις αύριο να θέλεις το καλό σου, το αληθινά καλό σου, θα νιώσεις ενοχή, γιατί το μυαλό σου θα σου φανερώσει, πως το καλό σου είναι κακό των άλλων. Δεν είναι όμως έτσι, το αληθινά καλό σου είναι καλό όλων.
  
 Το καλό τους το βλέπουν συνήθως οι άνθρωποι έναντι των άλλων, γιατί δεν μπορούν να ξεμπλέξουν με την ενοχή τους. Θεωρούν πως το καλό τους, είναι να έχουν περισσότερα χρήματα, καλύτερη θέση στην κοινωνία, και γενικά το βλέπουν ως μια άνοδο κι ένα συγκριτικό ανέβασμα. Αυτό πράγματι είναι έναντι των άλλων και χρειάζεται να το πάρουν από εκείνους, έτσι νιώθουν πως το ανέβασμά τους κατεβάζει τους άλλους. Το κάνει βέβαια η ενοχή τους, όμως τη συνηθίζουν και ζουν με αυτή, ανάβουν και μερικά κεράκια κι εξιλεώνονται.

 Όμως παρόλο που προσπάθησαν το καλό τους, η σχέση τους με τον εαυτό τους δεν καλυτέρευσε, δεν νιώθουν καλύτερα, γιατί θα ένιωθαν καλύτερα αν κέρδιζε η διάθεσή τους μια αυτονομία, όμως αυτοί πιάστηκαν περισσότερο απ’ την αράχνη και τον ιστό της και τώρα θέλουν απλώς περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί αντί να προχωρήσουν προς τη χαρούμενη πλευρά τους, προχώρησαν προς την δυσάρεστή τους. Αν είχα προχωρήσει προς τη χαρούμενη πλευρά τους, δεν θα ήθελαν περισσότερα για τον εαυτό τους, γιατί θα τα είχαν ήδη όλα.

- Χαρά ήταν να έχουν περισσότερα.
- Χαρά ήταν να νιώθουν περισσότερα.

- Πόσο εύκολα χάνεις το δρόμο, λοιπόν.
- Δεν χάνεις το δρόμο, είναι ήδη χαμένος ο δρόμος καθώς έρχεσαι στη ζωή.
- Και πως τον βρίσκεις?
- Ξεκινάς με την ατομικότητα.
- Ναι, αλλά αυτό δεν είναι συλλογικό.
- Το συλλογικό είναι ήδη χαμένο, μόνο το ατομικό μπορεί να βρεθεί και να φτιάξει παράπλευρα νέο συλλογικό. Το ήδη συλλογικό είναι πένθος βαρύ κι είναι αξεδιάλυτο, αν συμμετέχεις σ’ αυτό το κάνεις με μέρος της δυστυχίας σου. Για να σχηματιστεί νέο συλλογικό, χρειάζεται πολλές φορές το παλιό να καταστραφεί.

- Έχουμε μια σχηματισμένη κοινωνία, που καλώ ή κακώς, είμαστε μέλη της κι οφείλουμε να συμμετέχουμε ενεργά.

- Οι συμμετέχοντες δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία τους, αυτοί που το κάνουν, όσο το κάνουν, το κάνουν απ’ έξω. Από μέσα δεν μπορείς να δεις τα χάλια της, ούτε τα δικά σου, μπορείς μόνο να τα ζεις. Ενεργά να συμμετέχεις ναι, με τους όρους της όμως όχι. 

 Μπορούμε να είμαστε καλύτεροι απ’ την κοινωνία μας, εμείς θέτουμε τους όρους συμμετοχής μας, αν την αφήσουμε να μας πηγαίνει θα κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Πάρε τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία, ξέπλυνέ τον με τα δάκρυά σου, και ξανά τοποθέτησε τον στην κοινωνία, στο μέρος της που έχει αρχίσει να λευκαίνει. Είναι ο πιο μικρός της τόπος, όμως ακόμα κι η κοινωνία μας, έχει έναν τόπο απρόσβλητο, όπου ακόμα ευδοκιμεί η χαρά. 
 Σου είπα, το μυστικό είναι να ενταχθείς εσύ συνειδητά στην κοινωνία, αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει να βγάλεις τον εαυτό σου απ’ την κοινωνία που γνώρισες, αυτή δηλαδή που σε έκανε ασυνείδητα κτήμα της και τη βλαστημάς. Η κοινωνία δεν είναι μία, είναι μία για τον καθένα. 
 Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κάποιος λέει άτιμη κοινωνία? και γιατί λέει άτιμη εκκλησία κι άτιμη πολιτική? γιατί αυτά τον κρατούν, και τον κρατούν αιχμάλωτο των ορέξεών τους.

 Οι ορέξεις αυτών των πραγμάτων είναι καταστροφικές για τον άνθρωπο και την ατομικότητα. Όμως η ατομικότητα, στο βάθος της, είναι πιο συλλογική απ’ τη συλλογικότητα και την κοινωνικότητα που γνωρίζουμε. Η ατομικότητα προχωράει στο όλον, ενώ η συλλογικότητα που γνωρίζουμε, είναι κατά το συμφέρον του εγώ. Δεν είναι ούτε κοινωνικότητα ούτε συλλογικότητα, απλά τα αποτελούν η ανάγκη που έχουμε τους άλλους, η ανάγκη δηλαδή να είμαστε κοντά για να μην χάσουμε τις αλυσίδες μας κι απελευθερωθούμε. Τρέχουμε κοντά στους άλλους γιατί φοβόμαστε μη χάσουμε τη φυλακή μας. Γιατί η φυλακή μας είναι το γνωστό κι η ελευθερία μας το άγνωστο. Όμως τίποτα πιο γνωστό από το άγνωστό μας, γιατί δεν είναι άγνωστό μας, απλώς το χάσαμε κι έγινε άγνωστό μας. Όμως γεννηθήκαμε να το ξέρουμε, ήταν όλο δικό μας, πριν κερδίσει το βλέμμα μας, και την καρδιά μας ξοπίσω του, το γνωστό μαύρο που ταλαιπωρεί και τυραννά την καρδιά μας.

Κοίτα, δεν είναι διόλου εύκολο να χάσεις το πρόβλημά σου, τον πόνο σου και το βάσανό σου, μετά από σαράντα χρόνια ιδιοκατοίκηση μαζί τους. Είναι πια σπίτι σου και το αναγνωρίζεις, είναι αίμα σου, είναι σώμα σου, είναι σκέψη σου και ζωή σου. Αν χαθεί αισθάνεσαι πως θα χαθείς. Όμως αν θέλεις να ζήσεις, εσύ αγαπητέ μου κι όσα έγινες μετά τη γέννησή σου, πρέπει να πεθάνουν. Εσύ πρέπει να πεθάνεις. Αυτό σημαίνει ανάσταση, που βλέπεις όλοι την ποθούν και σύμβολα πολλά τη συμβολίζουν. Κι όταν λέμε άνοιξη ή αναγέννηση του ανθρώπου, δεν εννοούμε κάτι άλλο. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως μια ανάσταση εμπεριέχει εξ ορισμού θάνατο.

- Καλώς, αλλά η αναγέννηση τι είναι?

- Κοίτα, υπάρχει η γέννηση και η αναγέννηση. Η γέννηση, στην πλειοψηφία των ανθρώπων, είναι λάθος. Ο άνθρωπος που προκύπτει στον κόσμο με την γέννησή του... σέρνει φορτίο βαρύ. Πρέπει λοιπόν να καταφύγει στην κοιλιά του, κι απ’ την ίδια την κοιλιά του να γεννηθεί ξανά, με δική του θέληση, επειδή η πρώτη του γέννηση δεν ήταν με τη θέλησή του. Στη δεύτερη γέννηση λοιπόν, αποφασίζει τη γέννησή του, και μόνο μια ζωή που έχεις αποφασίσει εσύ τη γέννησή σου είναι δικιά σου ζωή.

 Μη με ρωτάς τώρα πολλά γιατί, γιατί δεν έχω τις απαντήσεις.
Τα παράπονά σου και τις απορίες σου στον δημιουργό σου. 
 Εγώ γνωρίζω απλώς πως έτσι γίνεται, κι έχω δει ανθρώπους να γεννιούνται απ’ την κοιλιά τους, αργά βέβαια κι όχι μετά από ένα εννεάμηνο εγκυμοσύνης, κι ούτε ακόμα με λιγότερους πόνους από εκείνους της πρώτης γέννησης, όμως το κάνουν, σαν να μην έχουν άλλη ελπίδα στη ζωή. 
 Έρχονται στον κόσμο και γεννιούνται με τη θέλησή τους, κι είτε το κάνουν στην ηλικία των τριάντα, είτε των σαράντα, είτε των πενήντα ετών, κοιτάζουν τον κόσμο γύρω τους για πρώτη φορά.

- Στην ηλικία των πενήντα ετών κοιτάζουν τον κόσμο για πρώτη φορά?

- Ναι φίλε μου, όπως το ακούς: για πρώτη φορά! Ξέρεις εσύ καμία γέννηση, που να κοιτάζεις τον κόσμο για δεύτερη φορά?
- Μα δεν είναι γέννηση η δεύτερη, είναι ανά – γέννηση.

Είναι εκ των έσω. Είναι γέννηση. Κοιτάζεις με τα ίδια μάτια που είδες τον κόσμο για πρώτη φορά. Μόνο που στη δεύτερη γέννηση, όλα τα αισθήματα της πρώτης, έχουν επιφορτιστεί με επίγνωση γέννησης.

 Θα στο πω απλά: δεν γεννήθηκες ποτέ σ' έναν κόσμο που δεν κατάλαβες και δεν ξέρεις. Δεν γεννήθηκες ποτέ αν δεν έχεις αποφασίσει ο ίδιος τη γέννησή σου, οι γονείς σου ένα σώμα έφεραν στον κόσμο. Γι’ αυτό καταφεύγεις στην κοιλία σου αργότερα: για να γνωρίσεις τον κόσμο που ήρθες και να καταφέρεις σ’ αυτόν να γεννηθείς.

 Όμως με όλη την αγάπη σε παρακαλώ, να καταφέρεις να γεννηθείς φίλε μου, πρόσεξε μην αγέννητος πεθάνεις.


25 Μαΐου 2017

Επιστολές





Τι Πνεύμα! Μα τι Πνεύμα! Το ερωτεύεσαι!


---

               Επιστολή 261 προς τον κ. Χίγκινσον, 25 Απριλίου 1862

Κύριε Χίγκινσον,
    Η καλοσύνη σας απαιτούσε ευγνωμοσύνη νωρίτερα – μα ήμουν άρρωστη – και γράφω σήμερα, από το μαξιλάρι μου.
    Σας ευχαριστώ για την εγχείριση – δεν ήταν τόσο οδυνηρή όσο υπέθετα. Σας φέρνω κι άλλα – όπως ζητήσατε – αν και δεν διαφέρουν –
     Όταν οι σκέψεις μου είναι ξέντυτες – μπορώ να κάνω τη διάκριση, μα όταν τις βάζω σε Ενδύματα – μοιάζουν όμοιες, και μουδιασμένες.
     Ρωτήσατε πόσο χρονών είμαι; Δεν έγραψα κανένα στίχο – εκτός από κάνα δυο
— μέχρι φέτος το χειμώνα – Κύριε — 
     Έζησα έναν τρόμο – από το Σεπτέμβριο – που δεν μπορούσα να τον πω σε κανένα – και γι αυτό τραγουδώ, όπως κάνει τ' αγόρι όταν περνάει απ' το Κοιμητήριο – επειδή φοβάμαι – Ζητάτε να μάθετε τα Βιβλία μου – Για Ποιητές – Έχω τον Κιτς – και τον Κύριο και την Κυρία Μπράουνινγκ. Από Πεζά – τον Κύριο Ράσκιν – τον Σερ Τόμας Μπράουν – και την Αποκάλυψη. Πήγα στο σχολείο – μα με τον τρόπο που εσείς το εννοείτε – δεν είχα καμία μόρφωση. Όταν ήμουν Κοριτσάκι, είχα ένα φίλο, που μου δίδαξε την Αθανασία – μα τολμώντας να φτάσει πολύ κοντά, ο ίδιος – δεν επέστρεψε ποτέ – Λίγο μετά, ο Δάσκαλός μου, πέθανε – κι εδώ και αρκετά χρόνια, το Λεξικό μου – ήταν ο μοναδικός μου σύντροφος – Μετά βρήκα έναν ακόμα – μα δεν του έφτανε που ήμουν μαθήτριά του – γι αυτό άφησε τη Γη.
    Ρωτάτε για τους Συντρόφους μου οι Λόφοι – Κύριε – και το Λιόγερμα – κι ένας Σκύλος – μεγάλος σαν κι εμένα, που μου αγόρασε ο Πατέρας μου – είναι καλύτεροι από Ανθρώπους – επειδή ξέρουν – μα δεν μιλούν – κι ο θόρυβος στη Λιμνούλα, το Μεσημέρι – σκεπάζει εκείνον του Πιάνου μου. Έχω έναν Αδελφό και μια Αδελφή – Η Μητέρα μου δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη – και ο Πατέρας, πολύ απασχολημένος με τις Δικογραφίες του – για να δώσει σημασία σε ό,τι κάνουμε – Μου αγοράζει πολλά Βιβλία – μα με εκλιπαρεί να μην τα διαβάζω – επειδή φοβάται πως τραντάζουν το Μυαλό. Είναι θρησκευόμενοι – εκτός από εμένα – κι απευθύνονται σε μια Έκλειψη, κάθε πρωί – την οποία αποκαλούν «Πατέρα» τους. Μα φοβάμαι πως η ιστορία μου σας καταπονεί – θα ήθελα να μάθω – Θα μπορούσατε να μου πείτε πώς να μεγαλώσω – ή μήπως αυτό δεν μεταδίδεται – όπως η Μελωδία – ή Μαγεία;
    Μιλάτε για τον Κύριο Γουίτμαν – δεν διάβασα ποτέ το Βιβλίο του – μα μου είπαν πως ήταν επαίσχυντος –
    Διάβασα την «Περίσταση» της Δεσποινίδας Πρέσκοτ, μα με ακολουθούσε, στο Σκοτάδι – γι αυτό την απέφυγα –
      Δύο εκδότες Περιοδικών ήρθαν στο Σπίτι του Πατέρα μου, φέτος το χειμώνα – και ζήτησαν το Μυαλό μου – κι όταν τους ρώτησα «Γιατί», μου είπαν πως ήμουν φιλάργυρη – κι εκείνοι, θα το χρησιμοποιούσαν για τον Κόσμο –
      Δεν μπορούσα να ζυγίσω ή ίδια – τον Εαυτό μου –
      Το μέγεθός μου φαινόταν μικρό – σε μένα – διάβασα τα Κεφάλαιά σας στον Ατλαντικό — και ένιωσα τιμή για εσάς – ήμουν σίγουρη πως δεν θα απορρίπτατε μια εκμυστηρευτική ερώτηση –
    Αυτά είναι – Κύριε – ό,τι μου ζητήσατε να σας πω;
                                                                                                                       Η φίλη σας,
                                                                                                                   Ε – Ντίκινσον.




Επιστολή 184 προς τον Τζον Γκρέιβς, τέλος Απριλίου 1856
Είναι Κυριακή – τώρα – Τζον – κι όλοι έχουν πάει στην εκκλησία – οι άμαξες πάει πέρασαν, κι εγώ βγήκα στο φρέσκο γρασίδι να ακούσω τα τροπάρια.
    Τρεις τέσσερις από τις Κότες μας μ' ακολούθησαν, και καθίσαμε πλάι—πλάι – κι ενώ κακαρίζουν και ψιθυρίζουν, θα σου πω τι βλέπω σήμερα, και τι εύχομαι να 'βλεπες κι εσύ –
    Θυμάσαι τον ετοιμόρροπο τοίχο που μας χωρίζει από τον κ. Σουίτσερ – και τις ετοιμόρροπες λεύκες και τα αειθαλή – κι άλλα ετοιμόρροπα – που πετάνε βλαστούς, και ξεθωριάζουν, και ρίχνουν τα άνθη τους μέσα σε ένα απλό δωδεκάμηνο – λοιπόν – εδώ είναι, κι οι ουρανοί πάνω μου πιο αίθριοι κι από Ιταλία, ρίχνουν τη γαλανή τους ματιά κάτω – πάνω – κοίτα! μακριά – μια λεύγα από εδώ, στο δρόμο για τον Παράδεισο! Κι οι Κοκκινολαίμηδες είναι εδώ – μόλις γύρισαν σπίτι – και τα τρελόχαρα Κοράκια – κι οι Καρακάξες — και θα με πιστέψεις – στη ζωή μου, να 'την μια αγριομέλισσα — όχι σαν κι αυτές που φέρνει το καλοκαίρι – Τζον – σοβαρά, ανδροπρεπείς μέλισσες, μα ένα είδος Δανδή, ντυμένες με ρούχα φανταχτερά. Έχω πολλά εύθυμα — να σου δείξω, αν ήσουν μαζί μου Τζον, πάνω σ' αυτό το Απριλιάτικο χορτάρι – μετά υπάρχουν πιο λυπηρά στοιχεία – εδώ κι εκεί, λείψανα φτερών, που τόσο φτεροκόπησαν, πέρυσι – φτέρωμα σε αποσύνθεση, σπίτι αδειανό, όπου διέμενε ένα πουλί. Εκεί που οι περσινές μύγες, έκαναν τις αγγαρείες τους, και σωριάστηκαν τα περσινά τριζόνια! Κι εμείς επίσης, πετάμε – φυλλορροούμε – Τζον – και το τραγούδι «ενθάδε κείται», χείλη που τώρα μας αγαπούν σύντομα – θα το έχουν σιγοτραγουδήσει και θα έχουν τελειώσει.
   Να ζεις, και να πεθαίνεις, και να ανυψώνεσαι ξανά θριαμβευτής, και την επόμενη φορά, να δοκιμάζεις τα φτερά σου στα υψίπεδα τ' ουρανού – δεν είναι θέμα αυτό για σχολιαρόπαιδα!
    Η σκέψη πως μπορούμε να είμαστε Αιώνιοι είναι φαιδρή – τη στιγμή που ο αιθέρας κι η γη είναι γεμάτα με ζωές που χάθηκαν – και τέλειωσαν – κι αλαζονική επίσης, αυτή η επαγγελία της Ανάστασης! Δώσε μου συγχαρητήρια – Τζον – Παλικάρι – και «στην υγειά σου» — έχουμε ο καθένας ένα ζευγάρι ζωές, και δεν υπάρχει χρεία να φειδόμαστε, εκείνο «που τώρα είναι» —



24 Μαΐου 2017

Το Κέρδος της Απωλείας





  
Έκλεισε το μαγαζί, καβάλησε το αυτοκίνητο και τράβηξε κατά την εξοχή
δεν καταλάβαινε πια τίποτα
ούτε πως έφτασε σ’ αυτή την ηλικία
με τρία παιδιά να μένει σ' ένα υπόγειο
να ΄χει για χόμπι του μοναχικές στιγμές γεμάτες ουίσκι
όσο αγωνίζεται τόσο ν’ αυξάνεται η ανάγκη του
να μαζεύει και να μην έχει τίποτα
να δανείζει και διαρκώς να χρωστά
να υπολογίζει, αλλά να πέφτει έξω ο προϋπολογισμός του
να ορμά, να τολμά, αλλά να μην βγαίνει απ’ το αδιέξοδο
ν’ ανοίγει την πόρτα μα εκείνη να τον χτυπά στο πρόσωπο
ν’ αισθάνεται πως αγγίζει τον ήλιο, αλλά να μένει πάντα μακρινός·
και μέσα σε όλα να νιώθει μια ματαιότητα
να προσπαθεί να κρατηθεί από έναν λόγο
να τον βλέπει στα παιδιά του, να χάνει τη ζωή
να περνά ο χρόνος του ημερολογίου αλλά όχι ο καιρός του
να τον εκβιάζει το ίδιο του το ρολόι
ν’ αισθάνεται δέσμιος μιας κατάστασης και γενικά δέσμιος
να φουσκώνει η κοιλιά του αλλά όχι το πορτοφόλι του·
τράβηξε κατά την εξοχή, όπως είπε, να πάρει μια ανάσα
να κοιτάξει ένα άλλο πέλαγος απ’ αυτό των ανθρώπων·
πήρε τους ίδιους δρόμους που έπαιρνε πάντα
πέρασε απ’ τα παλιά λημέρια να θυμηθεί
μια αίσθηση πως κάτι πίσω ξέχασε ή, πως κάτι προσπαθούσε να ξεχάσει, τον βασάνιζε
κάτι ξέχασε μέσα σε όλη αυτή την αγωνία
κάτι δεν πρόλαβε, κάτι του ξέφυγε
σίγουρα έχασε κάτι - ίσως πολλά
όμως ήθελε μ’ έναν τρόπο και δεν μπορούσε ν’  αλλάξει
τον τρόπο που θέλει
και δεν καταλάβαινε γιατί τα πράγματα δεν γίνονται
με τον τρόπο που θέλει
όπως τα είχε στο μυαλό του
ωραία, στρωτά, τακτοποιημένα
σαν ένα οποιοδήποτε ψέμα
μα η αλήθεια πίεζε·
κι όσο δεν άλλαζαν τα πράγματα με τον τρόπο που ήθελε
άλλο τόσο επέμενε να θέλει με τον ίδιο τρόπο ν' αλλάξουν

Θα την κοιτάξω στα μάτια την αλήθεια μια άλλη μέρα, σκέφτηκε
τώρα απλώς να ξεφύγω, να δραπετεύσω
για λίγο αέρα, να με βοηθήσει η θάλασσα
να ξεχάσω, είπε, ή να θυμηθώ, δεν ξέρω
μα πως να επιστρέψω που με περιμένει
στη γωνιά η πραγματικότητα
να την αλλάξω, ή να με αλλάξει
ν’ αναμετρηθούμε περιμένει

Και πήγε μια μεγάλη βόλτα, πήρε λίγη δύναμη
οπλίστηκε με λίγο κουράγιο
και γύρισε πίσω, χίμηξε ξανά στα στήθια της πραγματικότητας
και στην κοιλιά της
σαν θεριό να την ξεσκίσει
να περάσει από μέσα της
να δει από τί είναι φτιαγμένη

Γύρισε ξανά πίσω
έσκυψε πάνω απ’ το μικρό  γραφείο
ξεκίνησε ξανά τους υπολογισμούς
κάτω χαμηλά, για να του βγει θετικό το άθροισμα
συνυπολόγισε και το θαύμα

μα δεν ήξερε αν το έβαλε στα συν
ή στα πλην

Δεν ήξερε αν να κερδίσει ή να χάσει ήταν το ζητούμενο
γιατί το μυαλό του γύρευε να κερδίσει
η ψυχή του να χάσει·
γιατί το κέρδος της
στην απώλεια το βρίσκει. 


22 Μαΐου 2017

Νικητές & Ηττημένοι

 
 
 Αναζήτησαν μια ζωή ευχαρίστησης, κέρδους κι επιτυχίας
ήταν νέοι και πολλά υποσχόμενοι
γεμάτοι φόρα κι ελπίδα
έτοιμοι γι' ανατροπές
μια υποδόρια επανάσταση τους έκαιγε τα στήθη

Μα καθώς προχωρούσαν κι όλα έδειχναν πως τη ζωή την κερδίζουν...
σαν νικητές που ανοίγουν δρόμο μέσα από δάση πυκνά...
το ίδιο τους το περιεχόμενο εμφανίστηκε μπροστά τους
και τους έθεσε έναν βράχο εμπόδιο·
στάθηκαν πίσω απ’ το βράχο κι άρχισαν να κλαίνε και να μοιρολογούν, σαν χήρες κι ορφανά
αδύναμοι όσο λίγοι και σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις
ανίκανοι να χάσουν και να παραδεχθούν την ήττα τους
άρχισαν να κάνουν κύκλους
ν’ ακολουθούν παράδρομους πονηρούς κι ελεεινούς
για να φτάσουν στον προορισμό τους
που ξαφνικά χάθηκε απ’ τα μάτια τους σαν οπτασία·
άξαφνα η ζωή τους έγινε γκρίζα
η αλυσίδα που τους έδενε έφτασε ως εκεί
να γυρίσουν τώρα πίσω να δουν τι συμβαίνει ήταν αργά
τους πήρε το παράπονο, μερικοί - που γι’ αυτή τη δουλειά υπάρχουν -  άρχισαν να τους χτυπούν στην πλάτη και να τους παρηγορούν, τους είπαν να μην ανησυχούν και πως με όλους,
έτσι συμβαίνει. Τους είπαν να μείνουν εκεί και να φροντίζουν
να μη δείχνουν το θρήνο τους, και πως υπάρχουν χίλιοι τρόποι
να συνεχίσουν μια ζωή που δεν πηγαίνει, και δεν βγαίνει, και δεν ξεδιπλώνεται.
 Άρχισαν να τρώνε διπλά, να κάνουν έρωτα διπλά
και με διπλές γυναίκες, κοιτάζοντας γύρω τους κυνήγησαν το χρήμα, με καρδιά σταματημένη κι αποφάσισαν πως όλα τελικά
πουλιούνται κι αγοράζονται. Με συναίσθημα λειψό και ταλαιπωρημένο... έγειραν στην αγκαλιά του Μορφέα κι αποκοιμήθηκαν.
 Προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους και τα κατάφεραν, άλλα για ζωή υπέθεσαν κι αλλιώς τη βρήκαν
ποτέ δεν φαντάστηκαν τόσες υποχωρήσεις και τις ξεκίνησαν,
και καθώς τις ξεκίνησαν τελειωμό δεν είχαν. Στο τέλος έμειναν μόνο η σκιά του εαυτού τους, τίποτα δεν θύμιζε εκείνον τον νέο,
που γεμάτος ορμή ξεκίνησε να κατακτήσει τον κόσμο,
όμως ούτε τον εαυτό του κατέκτησε κι απ’ τον εαυτό του νικήθηκε

Πως κατάφερε να ζαρώσει τόση φρέσκια ζωή μέσα του
που παρέσυρε στην πτώση και το σώμα, δεν το κατάλαβε·  πήρε τελικά τον δρόμο των προβάτων κι άρχισε να κάνει μπεεε, και να γαβγίζει ενίοτε σαν ξεδοντιασμένος σκύλος,
πήρε πέτρες να λιθοβολήσει πολιτικούς, άρχισε να βάλλει κατά του συστήματος, άλλαξε κόμμα πολλές φορές, όμως τίποτα, παντού νέκρα κι ησυχία, η καρδιά σκεπάστηκε σαν τάφος και τρόμαζε να ευχηθεί το θάνατό του. Κοίταξε γύρω του τ’  άλλα πτώματα κι ανακουφίστηκε. Μάχη ήταν τελικά·  πτώματα παντού και ξέφτια ονείρων. Χαστούκισε τη γυναίκα του για πολλοστή φορά και για πολλοστή ήλπισε στα παιδιά του, να μην είχαν εκείνα την τύχη του, όμως θα την είχαν, γιατί η τύχη του έρχονταν απ’ τ’  αρχαία χρόνια

 Και καθώς γερνούσε, φοβούμενος το θάνατο, άρχισε να το ρίχνει στα θρησκευτικά και να επισκέπτεται συχνά τις εκκλησίες. Ποτέ δεν κατάλαβε αυτή τη μεταστροφή του, αφού στην ορμή των νιάτων του αυτά τα χλεύαζε και λιγοστή σημασία τα έδινε· τους πιστούς τους περιγελούσε. Και καθώς μια νύχτα διάβαζε ένα ευαγγέλιο, διάβασε τη φράση του Ιησού: Εγώ τον κόσμο τον νίκησα! Και μόνο τότε του πέρασε απ’ το μυαλό σαν υποψία, πως ίσως να είχε τελικά νικηθεί απ’ τον κόσμο! 

Ανάμεσα στους ηττημένους ποτέ τον εαυτό του δεν συγκατέλεξε, πέθανε νικητής!  


20 Μαΐου 2017

Αυτοί που Αφήνονται






 Υπάρχει κάτι ανώτερό μας που μας ξέρει καλύτερα
και μας ξέρει καλύτερα γιατί μας βλέπει βαθύτερα
τη σκέψη μας δεν λογαριάζει
σύμφωνα με το συναίσθημά μας τη ζωή τη φέρνει
και μας αγκαλιάζει - είτε καλώς είτε κακώς.
Υπάρχει αυτό είτε το δέχεσαι είτε όχι
μάλιστα αν δεν το δέχεσαι υπάρχει διπλό
αν αγωνίζεσαι να μην το δεχθείς του αντιστέκεσαι
αν δεν αφήνεσαι σ’ αυτό επιμένει
μέχρι να σπάσεις.
Υπάρχει κάτι τέτοιο, πολλοί το μαρτύρησαν
άλλοι το νιώθουν πιο καθαρά άλλοι λιγότερο
πιστεύεις βέβαια πως αξίζεις κάτι καλύτερο από σένα
αλλά με εσένα χειρότερο που να βρει κι αυτό θέση

Υπάρχει κάτι τέτοιο κι εδρεύει ανάμεσα σε σένα και σένα
θέλει να σε πάρει από εσένα και να σε φτάσει σε σένα
το κάνει μ' έναν τρόπο μυστικό
τον τρόπο του κανείς δεν τον γνωρίζει
γιατί μόλις καταφέρεις να το δεις αλλάζει τρόπο
κι έχει πολλούς στη διάθεσή του.
Θρησκευτικά, το είπαν, το θέλημά Του
συμπαντικά, δεν βρήκαν λέξη, είπαν μόνο πως έτσι γίνεται
επιστημονικά, το έβαλαν στο μικροσκόπιο να το πιάσουν
μα πάντα τους ξεφεύγει
είναι πιο έξυπνο απ’ την οποιαδήποτε ευφυΐα
κι είναι μέσα μας

Δεν μπορείς να το ξεγελάσεις, στον ύστατο βαθμό
μπορείς μόνο να το δεχθείς
το πλησιάζεις στη ζωή σου, μα δεν το αναγνωρίζεις
γιατί δεν έχει πρόσωπο
παίρνει όμως τη μορφή σου

Πως το ξέρεις πως υπάρχει? όλοι το ξέρουν,
με τη διαίσθηση. Το πλησιάζεις και σε πλησιάζει
όμως μαζί του να ενωθείς δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο.
Υπάρχει πάντα κάτω από σένα και πάνω από σένα

Λένε, πως αυτό είναι όλο ό,τι υπάρχει
και ζει μέσα από εμάς
λένε, δικά του είναι τα μάτια μας
και μέσα από εμάς βλέπει
και οι αισθήσεις μας όλες δικές του λένε πως είναι
με τ' αυτιά μας ακούει, με τη γεύση μας γεύεται
όμως εμείς επιμένουμε να λέμε εγώ

Το λένε ζωή, το λένε σύμπαν ή θεό
και ζει μέσα μας
την κατά τ' άλλα, δικιά μας ζωή
που συχνά με γινάτι την κρατούμε στα χέρια μας

Λένε, πως μόνο Εκείνο ξέρει κι εμείς μαθαίνουμε
πάντα λίγα απ΄όσα ξέρει
όμως μας αρκούν για να ζήσουμε σε μια άκρη του εαυτού μας

Πολλά λένε, μα κάποιοι στο τέλος πάνε σε μια θάλασσα
συνήθως μονάχοι
κι ανοίγουν διάπλατα τα χέρια προς Εκείνο
κλείνουν τα μάτια και κάτι παράξενο αισθάνονται
λένε πως απελευθερώνονται κι αφήνονται
αισθανόμενοι μια ανακούφιση, σαν να έχασαν
ένα τεράστιο βάρος

Κι αφήνονται
αφήνονται
διαρκώς αφήνονται
στα χέρια Του
στα χέρια τίνος
σύμφωνα με την πίστη τους
όμως αφήνονται
σαν λυτρωμένοι
λες κι όλη της ζωής τους η σημασία
αυτή η άφεση είναι. 


19 Μαΐου 2017

Παράξενο Παιδί






Αυτή την εποχή ο κήπος μου είναι παράδεισος
στο κέντρο του υπάρχει μια λευκή μουριά
κοτσύφια, αηδόνια, σπουργίτια, την επισκέπτονται συχνά
ο κόσμος με μακαρίζει, μού λέει τί όμορφα που είσαι εδώ
όμως εγώ, κάπου πάντα θέλω να τρέξω να κρυφτώ
να μην με βρουν δεν ξέρω ποιοι - όμως να μη με βρουν.
Είμαι παράξενο παιδί
και τώρα σκέφτομαι συχνά
να φύγω απ’ την ξεγνοιασιά
και μες στο πλήθος να ριχτώ
γιατί κουράστηκα εδώ, στου παραδείσου το βυθό
και θέλω πάντοτε αυτά
που οι άλλοι τα περιφρονούν
είμαι παράξενο παιδί κι έχω παράξενη καρδιά
που σκέφτεται με αναποδιά
ο κόσμος με λέει τυχερό
μα εγώ τον ξέρω τον καιρό

Κι αυτοί μου λεν καλά είσαι εδώ
μα η δική μου η καρδιά
έχει φύγει κιόλας για το πουθενά
γιατί ζωή για αυτήν δεν υπάρχει
αν τον κόσμο δεν εξερευνά

Κι όλοι μου λες καλά είσαι εδώ
σ’ αυτή τη ρίζα στο γιαλό
μα εγώ την κόβω με τα δόντια
την πλάτη της γυρνώ
γιατί έχω παράξενη καρδιά
που δεν βολεύεται πουθενά

Οι άλλοι με λένε τυχερό
δις την ώρα με μακαρίζουν για τη ζωή που ζω
μα η δικιά μου η ψυχή
είναι μονάχα ένα πουλί
το αισθάνομαι αποδημητικό
και την ψυχή μου ακολουθώ

Κι όσο με ξέρω εγώ
δεν θα με μάθουνε ποτέ
κι αν με ζηλεύουν δεν γρικώ
γιατί εγώ δεν ήρθα στη ζωή για να εγκατασταθώ
αλλά για να δω
κι αισθάνομαι πάντα επισκέπτης

Αυτοί μου λεν καλά είμαι εδώ
μα η δικιά μου η καρδιά
έσπασε πάλι τα δεσμά
και έχει πάρει τα βουνά
και τρέχω, την ακολουθώ
από το βάσανο να βγω
μα τι να κάνω, χαμογελώ
σε όσους δεν με ξέρουν
πως είμαι παράξενο παιδί
κι έχω παράξενη ψυχή
που ακούει φωνές απ’ τα βαθιά
να την καλούν από μακριά
και φεύγει μες στην ερημιά
με έναν σάκο συντροφιά
κι απ’ την αρχή χτίζει ζωή
η άχαρη πλήξη μη τη βρει

Κι αυτοί μου λεν καλά είμαι εδώ
μα τον δικό μου τον καημό
δεν θα τον βρουν όσο κι αν δουν
γιατί δεν τους τον μαρτυρώ

Γατί απ’ τον εαυτό τους σκέφτονται
μα εγώ αναζητώ έναν άνθρωπο
να σκέφτεται για μένα από τον εαυτό μου
πολλά γυρεύω να με ξέρει
αλλά συνήθισα πια
αυτά που αποκαλούν αυτοί επικίνδυνα
εγώ να τα λέω ενδιαφέροντα

Κι είναι τώρα καιρός να φεύγω
κι απ΄αυτή την περίσταση
γιατί αν τελειώσει κάτι
τελειώνει πρώτα μέσα μου και πρώτος το ξέρω

Κύκλος κλείνει κύκλος ανοίγει 
μα να κλείνει ο προηγούμενος
αλλιώς δεν ανοίγει ο επόμενος.

Και στο κάτω κάτω δεν είμαι εγώ ο παράξενος
παράξενος για μένα είναι ο κόσμος που ζω
κι αφού δεν μπορώ να γίνω πρότυπό του
δεν θα τον κάνω πρότυπό μου. 

Θα πω μια νύχτα έχε γεια
και θα ανοίξω πάλι τα πανιά. 

Παράξενο παιδί
που την καρδιά του ακολουθεί.



 

 

 

Το Συμβάν κι ο Λόγος του

  Είναι γνωστό πως έχω ένα σπασμένο πόδι, αυτό υπήρξε ο δάσκαλός μου· δεν είναι να γελάς με τέτοια αστεία.   Ο δάσκαλός ...