Αναρτήσεις

η φλέβα του γαλάζιου

Εικόνα
Κι υπάρχει ένα δώρο κρυμμένο στα σπλάχνα κάθε Έλληνα, η Ελλάδα ένα δώρο γαλάζιο και λαμπερό, μέσα σε κάθε συσκευασία άγχους κι υπάρχει ένα πολύτιμο δώρο μέσα σε κάθε περιτύλιγμα νεοέλληνα που αν το ξετυλίξει απ’ τον οκνηρό, δυσοίωνο, και βαρύ φορτικό κι ανυπόφορο εαυτό του... αστράφτει μέσα απ’ τα μάτια του εκτυφλωτικό γαλάζιο και λευκό με διάσπαρτα κυπαρίσσια κι ελιές άπλετη θάλασσα να πάρει όλο το μάτι σου και διάθεση τέτοια ελαφριά και δοξαστική που αντηχεί σαν καμπάνα στους αιθέρες
Κι υπάρχει ένα δώρο κρυμμένο στα σπλάχνα κάθε έλληνα, η Ελλάδα που δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις μακριά για να το δεις αλλά κατακόρυφα γιατί ενώ μέσα σου είναι χρειάζεται να το φτάσεις κι ενώ μαζί του κοιμάσαι χρειάζεται να το ξυπνήσεις για να σε ξυπνήσει κι ενώ είσαι ήδη κάτοχος κάθε πολύτιμου την αξία αναζητάς κι ενώ έχεις ήδη όλα όσα θέλεις και χρειάζεσαι τα ψάχνεις κι ενώ δεν μπορείς το διαμάντι να μην είσαι διαμάντια ονειρεύεσαι κι ενώ ανασαίνεις κάθε μέρα χρυσό αέρα για το χρυσάφι ελπίζεις κι ενώ ο πιο λαμπερός …

Ανατολικότερα της Ανατολής

Εικόνα
Καθώς καταλήγουμε η παιδικότητα μας περνά απ’ όλα τα παράθυρα και μας καθησυχάζει, βοά συγχρόνως απ’ όλους τους τόπους χωρίς λοξά. Οι σκέψεις μας ξεγελούν, η αισθαντικότητα όμως ποτέ, έχει το δικό της χαρακτήρα. Είναι μια αίσθηση αυτή που ψάχνεις, η τελική αυτογνωσία δεν είναι τίποτα άλλο από μια τελική αίσθηση, τούτη έχει όλες τις σκέψεις μας και τις έχει σιωπηλές.
Η αυτογνωσία μας δεν είναι τίποτα άλλο από ελεύθερες αισθήσεις. Που κατέληξες μετά την περιπλάνησή σου στ' άδυτα της γνώσης; τον ρωτούσαν. Αυτός κάτι σαν να μύριζε εκείνη την ώρα, νομίζω, είπε, πως όλη η γνώση του κόσμου καταλήγει σ’ ένα παιδικό μας άρωμα. Τον κοιτούσαν παράξενα, πως αισθάνεσαι; τον ρώτησαν. Αισθάνομαι χρώμα, τους είπε, κι είναι αυτή η απάντηση τελική.
Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, κοίταξε πάνω και κάτω. Τι θέλεις; του είπαν, τι αναζητάς, τι επιθυμείς, τι φοβάσαι, τι ελπίζεις; εκείνος συνέχισε να κοιτάζει. Είναι ανοιχτά, απάντησε.
Υπάρχουν τόσα θλιβερά πράγματα που σε αυτά, ρίχνουν σχεδόν με μανία μέσ…

Η Ηλιαχτίδα

Εικόνα
Η Μάρθα είχε μια σκληρή περιπέτεια στη ζωή της κι όπως όλοι πίστευε κι ήλπιζε κι αγωνιζόταν να βγει απ’ αυτή. Κι ονειρεύονταν τακτικά, υπήρχε ήδη μέσα στο μυαλό της μια δεύτερη ζωή να φτάσει, τη στόλισε την έφτιαξε όπως ήθελε, της έβαλε κι έναν άντρα, χωρίς όμως κραυγαλέα εμφάνιση στον πίνακα, τον άφησε αμυδρό, σχεδόν σα μια σκιά, κάτι σαν έτσι ας υπάρχει, κάτι σαν ενδεχόμενο, μετά τις τόσες απογοητεύσεις. Κάτι σαν να εκπληρωθεί κάτι παιδικό, κάτι σαν νεκρό που δεν έλεγε να πεθάνει, κάτι που και μέσα από τον τάφο ακόμα κάποια νύχτα την κοίταζε και πολλές φορές την κατηγορούσε. Τίποτα. Είχε κάποτε κάνει μια σκέψη αληθινής αγάπης, μία μόνο. Όμως αυτή, άρπαξε και λίγη φαντασία και λίγη εικόνα, άρπαξε και λίγη πολύ γλύκα απ’ την ψυχή της. Ήταν μια σκέψη διστακτική, αφού λογικά δεν το έβλεπε, λογικά ούτε ως ενδεχόμενο το έβλεπε ούτε ως υλοποίηση. Όμως για μια μόνο στιγμή, μια σκληρή στιγμή, της είχε ξεφύγει λιγάκι η καρδιά της όταν ήταν μικρή ακόμα.
Με τον καιρό το ξέχασε, το νάρκωσε, εκεί…

Γαλάζια Έρημος

Εικόνα
Είναι βαθιά η ψυχή Μάρω, ένα ταξίδι περιπέτειας και γνώσης με στιγμές ανάπαυλας κάτω από έναν όμορφο ήλιο και χρειαζόμαστε συντρόφους στο ταξίδι μας και μια καθαρή καρδιά γιατί αξίζουμε κάποιες στιγμές αληθινές μέσα στο ψεύτικο που μας περιβάλει και ξεκούραση κάτω από αληθινά πλατάνια και ρυάκια με γάργαρα νερά και χρειαζόμαστε μερικά πουλιά μέσα στον σκληρό μας ύπνο κι ένα δυό πρωινά να πέφτουν μες στη βδομάδα στην ώρα τους· γιατί είναι βαθιά η ψυχή Μάρω και τελειώνει στο Χριστό στο Σωκράτη, ή στον Πλάτωνα κι έχει κάτω ίσα με πάνω. Ο Σχεδιαστής καλώς τη σχεδίασε Μάρω όμως οι άνθρωποι κάτι αλλάξαμε κάτι δικό μας φτιάξαμε μέσα σ’ Εκείνου το σχέδιο κι είναι τώρα τα πράγματα του Θεού ή του Ανθρώπου να μην μπορείς να πεις έτσι που και τα πουλιά πετούν συγχυσμένα λιοντάρια χορτάρι βόσκουν και βρυχώνται αμνοί έτσι που κότες ορμούν σε αετούς και κελαηδούν τσακάλια ο επιούσιος, θα μου πεις, δεν μας τρέφουν πια οι βερικοκιές αλλά οι σκέψεις μας και δεν παίρνουμε πια χαρά απ’ την καρδιά μας αλλά απ’ την άδεια…

η κατάκτηση της ειρήνης

Εικόνα
Να χτυπιέσαι με τους ανθρώπους, υπάρχουν πολλά ζωύφια στην κοιλιά των ανθρώπων, και στη δικιά σου και στων άλλων, που πρώτα γυρίζουν και τσιμπούν τους ίδιους και μετά τους άλλους. Γι’ αυτό να δίνεις μάχες, να ξυπνάς τα τέρατα, να σπάζεις διαρκώς την ηρεμία και τη γαλήνη, για πιο βαθιά γαλήνη, να ταράζεις τα λιμνάζοντα ύδατα για να φτάνουν στην επιφάνεια τα κρυμμένα, που ούτε οι ίδιοι οι φορείς τους δεν μπορούν να τα δουν, κι ενώ δεν τα ξέρουν τους κατέχουν και κινούν τα νήματα της ζωής τους από το μέγα βάθος. Γι’ αυτό να ταρακουνάς τις συνειδήσεις, γιατί με τον καιρό γίνονται σαν ένα βαζάκι γλυκό, που έχει πάνω γλυκό και κάτω κάτω βάλτο, κι αν είναι σφραγισμένο το καπάκι έχει κάτω κάτω βάλτο και βάλτο. Γι’ αυτό, οι καλύτερες γνωριμίες, έρχονται μετά από συγκρούσεις κι αναστατώσεις, αφού ξύσεις την επιφάνεια αρκετά βαθιά, κι αφού ξύσεις τη γυαλάδα που πιάνει με τον καιρό η σκουριά, γιατί ο άνθρωπος έχει στρώματα και διαστρωματώσεις, και για να φτάσεις εκεί που η αλήθεια του ζει…θέλει συχν…

Το θορυβώδες περπάτημα της γάτας

Εικόνα
Είχε τρομακτική ησυχία εκείνη τη νύχτα τόση που μπορούσες ν' ακούσεις το φύλλο ενός δέντρου να πέφτει και να σκάζει με πάταγο στη γη σε ξεκουφαίνει ώρες ώρες το περπάτημα μιας γάτας είχε τρομακτική ησυχία, κι είχε κι άλλη πιο βαθιά σ’ αυτή τη δεύτερη μπορούσες ν’ ακούσεις μια αράχνη να πλέκει τον ιστό της μπορούσες ν’ ακούσεις το πλατάγισμα απ’ τα φτερά μιας μύγας σαν πλατάγισμα φτερών αρχαγγέλου σ’ αυτή τη δεύτερη ησυχία μπορούσες να δεις τους ήχους και ν’ ακούσεις τις εικόνες
έκανε όντως ησυχία, οι σκέψεις καμιά φορά δε μιλούν, θροΐζουν

σαν το θόρυβο που κάνουν οι πτυχές ενός φουστανιού
στους μηρούς μιας γυναίκας μπορείς, ακόμα, να συνειδητοποιείς τη γέννηση μιας σκέψης ήταν σα να έβγαινε διστακτικό απ’ τη φωλιά του ένα πουλί επιπλέον, μπορούσες να διακρίνεις χαμόγελο στη σκέψη ή όποιο άλλο συναίσθημα έφερνε
έκανε ησυχία, ήταν στην άκρη
στην άκρη κάνει πάντα ησυχία καιρός να προχωρούσε στην ακρούλα και στην ακρούλα της ακρούλας
από κει πετούν, απ’ την ακρούλα
μέχρι τότε σέρνουν κίνδυνο όμως απ’ τ…

Οι Ήρωες

Εικόνα
Κυριακή κι έχει μι' απέραντη ησυχία μετά τη νεροποντή τα πουλιά βγαίνουν ξανά απ’ τις φωλιές τους απ’ την ελπίδα ξημερώνει και μετά την αποχαιρετάς σκέφτομαι, πως κάποιοι, λίγοι, θα έζησαν στιγμές θριάμβου στη ζωή τους Ο Αχιλλέας, κληρονόμησε απ’ τη μητέρα του, τον πατέρα του, την εποχή του ή απ’ τους θεούς... ένα μικρό σφραγισμένο κουτάκι δόξης, που σαν το άνοιξε τυφλώθηκε κι όρμησε στη μάχη επίγειος θεός συνεπαρμένος απ’ την αθανασία. Είναι οι παιδικοί μας ήρωες που μας στοιχειώνουν γι’ αυτό οι ήρωες με τον καιρό αλλάζουν σε πιο συμβατικοί γίνονται προσεχτικοί, ρεαλιστές κι ορθολογιστές προσέχουν τη δίαιτά τους κι επισκέπτονται συχνά το γιατρό κρατούν πάντα λίγο απ’ το φόβο της συντήρησης. η Μαντόνα, κατά πάσα πιθανότητα, θα πεθάνει μια ξεδοντιασμένη γριά, κανείς δεν θα θυμάται τα λαμπρά νιάτα της, θα κυκλοφορούν φωτογραφίες της ξεδοντιασμένες στο διαδίκτυο κι ο κόσμος - όπως πάντα το κάνει - λιγάκι θα την εκδικείται συγκρίνοντάς την με τις φωτογραφίες της νιότης της. Οι καλοί πεθαίν…