Χνάρια στο Παρθένο Χιόνι






 Βγήκε στο χιόνι να παίξει. Πενήντα ετών άντρας. Μόνο κάτι παιδιά έπαιζαν, όλοι οι άλλοι μεγάλωσαν, σκέφτηκε. Μεγάλωσαν απότομα, απ’ τη μιά μέρα στην άλλη, σαν να τους βρήκε μιά συμφορά. Τώρα είναι σοβαροί, είπε μέσα του, πρέπει να προσέχεις πως τους μιλάς γιατί έχουν μάθει να κρίνουν, καταδικάζουν εύκολα, παρεξηγούν, δεν είναι να χωρατεύεις με τέτοιες αστειότητες.

 Αυτός και τα παιδιά ήταν ό,τι πατούσε για πρώτη φορά πάνω στο αγνό παρθένο χιόνι. Ό,τι ακόμα έμεινε αγνό και παρθένο, σκέφτηκε. Περπατούσε συνειδητά, άφηνε χνάρι πάνω στην αγνότητα, όλα τα άλλα απλώς επαναλαμβάνονταν, μόνο ετούτο το γεγονός συνέβαινε για πρώτη φορά.

 Να μπορούσε, σκέφτηκε, οι παρθένες να είχαν και μια δεύτερη παρθενία, σε περίπτωση μετανοίας, κι οι μεγάλοι μια δεύτερη ευκαιρία στην παιδικότητα. Να υποχωρούσαν οι θλίψεις, θα άνοιγε ξανά ο καιρός σε καιρό οποιονδήποτε. Αν δεν τουρτουρίζει η καρδιά σου δεν κρυώνεις, διαπίστωσε. Είδε τα παιδιά που χαίρονταν, η χαρά ζέστη είναι, είπε.

 Όμως σημασία είχε αυτή η γραμμή με τα χνάρια που άφηνε πίσω του. Γύρισε και κοίταξε, κανένας δεν ακολουθούσε, όλοι ακολουθούσαν μια χαραγμένη πορεία, μια προδιαγραμμένη κι ήλπιζαν απλώς σε διαφορετικά αποτελέσματα. Ήθελε θάρρος να βαδίζεις με δικά σου πόδια, μα αν δεν βαδίζεις με τα δικά σου δεν βαδίζεις εσύ. Να ήταν οι άνθρωποι, είπε, απλώς σαν αυτόν τον κοκκινολαίμη. Ο κοκκινολαίμης γύρισε και τον κοίταξε.

 Έσκυψε κι έπιασε στα χέρια του λίγο χιόνι. Αυτή η επαφή με τη λευκότητα είναι στη ζωή όλο το ζητούμενο, είπε. Αυτή η χαμένη επαφή με τη λευκότητα που την είχαν τα κεραμίδια στις στέγες των σπιτιών αλλά ελάχιστοι άνθρωποι. Ανάμεσα στους ανθρώπους και τη λευκότητα του χιονιού κάτι είχε εισβάλει κι είχαν πάρει απόσταση τα χέρια από εκείνο που κρατούσαν. Αυτός είπε: να νιώθεις το χιόνι σαν δικό σου, τότε κάτι μπορεί να σου δώσει, μπορεί να σε βοηθήσει να θυμηθείς. Ο κοκκινολαίμης γύρισε και τον κοίταξε, του φάνηκε πως του χαμογελούσε.  

 Ετούτη η ξεγνοιασιά, είπε, που νιώθω σήμερα, προεκτείνεται ως πέρα στον ορίζοντα και φτιάχνει τα δέντρα χωρίς πρόβλημα. Ο κοκκινολαίμης είχε πέσει ανάσκελα και γελούσε. Κάτι μηχανές παραδίπλα μούγκριζαν, πλάσματα χωρίς καρδιά, τα οδηγούσαν άνθρωποι πρακτικοί και καθάριζαν το δρόμο, μάζευαν την αγνότητα σε λασπωμένες στοίβες μόλις έπεφτε απ’ τον ουρανό, σαν να πίστευαν πως αν έμενε λευκή θα μόλυνε τη γη. Είναι τελικά κι η αθωότητα ένα μικρόβιο, σκέφτηκε - να μη σε βρει. Ένα αθώο ον μόνο, ο Χριστός, και κόντεψε να κολλήσει αθωότητα όλη τη γη. Κι όλα τα σπαθιά του κόσμου, όλο το αίμα του κι ο πόνος του, η κακία του και τα βάσανά του, βγήκαν αμέσως στους δρόμους να την ξεριζώσουν, να την κάψουν, να την εξαφανίσουν. Από τότε έγινε κάτι σαν συνήθεια να μαστιγώνει κανείς την αθωότητα. Σαν να είναι πλάσμα ξέχωρο απ’ τον άνθρωπο.

 Όμως το μυαλό του γύρισε πάλι στις παρθένες, ίσως ετούτες κρατούσαν τη λύση του κόσμου στα χέρια τους. Τότε διαπίστωσε μια νέα ολοφάνερη αλήθεια: πως με τον καιρό είχε αλλάξει μέσα στον άνθρωπο θέση η ντροπή. Τώρα ήταν ντροπή να είσαι αθώος κι αν υπήρχαν ακόμα στον κόσμο μερικές παρθένες σαν αμαρτία το έκρυβαν και τις χλεύαζαν. Να δεις, που θα γυρίσει τόσο αντίθετα ο κόσμος, που θα λιθοβολούν μια μέρα τις παρθένες, σκέφτηκε. Δεν ξέρω γιατί ακόμα, τον εσταυρωμένο τον έχουν σαν σημαία ψηλά... μα εδώ στα χαμηλά οι πόρνες κάνουν πάρτι και περνούν καλά, είπε.

 Όχι πόρνες των σωμάτων, αυτές είναι κοντύτερα απ’ τον καθένα στο χιόνι, μα άλλες πόρνες, κυρίως αρσενικές, πολιτικές, επιχειρηματικές, οικονομικές, γαμημένες εθελοντικά ως το κόκαλο. Γερμανικές κι αμερικάνικες πόρνες εισαγωγής, κάτι φτηνές κούκλες ρυθμισμένες να χαχανίζουν στην ανθρώπινη δυστυχία. Κάτι πόρνες μηχανές που τρέφονται με αριθμούς.

 Γύρισε και κοίταξε τα παιδιά. Ποιος θα προστατέψει ετούτα που πάνε κατευθείαν στην αγκαλιά ενός Εγκέλαδου; αναρωτήθηκε. Μα μετά γύρισε το βλέμμα του στον ουρανό. Παρά όλες τις προσπάθειες των ανθρώπων να καταστρέψουν τη γη και τη ζωή τους... παραδόξως χιόνιζε. Χιόνι λευκό, αγνό, απάτητο, που έμοιαζε σαν αντίσταση στην επέλαση της βαρβαρότητας. Χιόνι απαλλαγμένο από θρήνο, σκέπαζε τους κάμπους και τα μακρινά βουνά. Κι οι μηχανές που μούγκριζαν στη λάσπη σαν μια αρρώστια και μια κηλίδα αίμα. 
 Κοίταξε τα παιδιά, πλάσματα χωρίς πόνο, σκέφτηκε, χωρίς ματαιοδοξία, χωρίς αμφιβολία και χωρίς πειρασμό, τα μόνα πλάσματα χωρίς χρόνο, ποτισμένα με χαρά ζουν ανάμεσά μας, καταμεσής στο σάπιο του κόσμου. Μετά πρόσεξε τα χαμόγελά τους, σαν μαχαίρια έμοιαζαν, αυτά μια μέρα θα φτιάξουν έναν στρατό από αθωότητα, είπε, και θα ξεχερσώσουν απ’ τα όνειρα όλες τις ονειρώξεις τους κι όλες τις λοξές τους επιθυμίες. Όνειρα από καρδιά θα μας κυβερνήσουν, γιατί τώρα μας κυβερνά το όνειρο της εξουσίας.

  Όλα τα σπίτια γύρω του κλειστά, σφραγισμένα, η πλησιέστερη απομόνωση που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος κι ο κόσμος. Ο ένας πάνω στον άλλον, όμως με μια τεράστια απόσταση μεταξύ τους που δεν τη βάδιζαν οι άνθρωποι.

  Πατούσε πάνω στο παρθένο χιόνι κι άφηνε το χνάρι του. Ετούτο το βάδισμα στο παρόν, αυτή η στιγμή του τώρα, είχε τη μέγιστη σημασία. Όλα τα άλλα μπορούσαν να πάνε στο διάολο, αρκεί να μην τον έπαιρναν μαζί τους.




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία